ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ

Τ

«Καλημέρα γιατρέ, αισθάνομαι έναν ελαφρύ πόνο καρκίνου στο κεφάλι μου!», ανακοίνωσε ο ήρωας μας αποφασιστικά, καθώς έμπαινε στο ιατρείο.
«Καθίστε και ηρεμήστε κύριε», είπε χαμογελαστά ο γιατρός. «Καρκίνου είπατε;»
«Ναι φυσικά! Είναι τρεις μέρες τώρα που βασανίζομαι από φρικτούς πόνους και για ύπνο ούτε λόγος!», είπε ο ήρωάς μας ρίχνοντας ένα χασμουρητό.
«Μα είπατε ότι ο πόνος είναι ελαφρύς», αναρωτήθηκε ο γιατρός.
«Πράγματι γιατρέ μου! Σήμερα είναι πολύ ελαφρύς», χαμογέλασε ο ήρωας.
«Και τότε γιατί δεν περιμένουμε μία – δύο μέρες ακόμα μήπως περάσει; Μπορώ να σας γράψω και παυσίπονα – αν θέλετε – να αντιμετωπίσετε τυχόν επιδείνωση του πόνου, αν και είμαι σίγουρος ότι δεν έχετε τίποτα. Αύριο – μεθαύριο θα είστε περδίκι», τον καθησύχασε ο γιατρός, ενώ παράλληλα σημείωνε στο μπλοκ συνταγογράφησης το φάρμακο.
«Μα δεν καταλάβατε γιατρέ! Έχω καρκίνο στον εγκέφαλο!», παραπονέθηκε ο ήρωάς μας.
Ο γιατρός τον κοίταξε με έντονο βλέμμα: «Αγαπητέ μου, πως είναι δυνατόν να το λέτε αυτό; Έχετε κάνει κάποιες εξετάσεις ή μήπως είδατε τη συμπτωματολογία στο Google και έχετε θορυβηθεί αδίκως;»
«Τίποτα απ΄ τα δύο. Απλά το ξέρω!», απάντησε αφοπλιστικά ο ήρωας.

«Ακούστε. Ένας επίμονος πονοκέφαλος δεν είναι απαραίτητα και καρκίνος στον εγκέφαλο. Θα έλεγα μάλλον, ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις ένας πονοκέφαλος τριών ημερών – που υποχωρεί κιόλας – είναι αυτό που λέτε.»
«Και τότε τι έχω γιατρέ;», ρώτησε με ανησυχία, αλλά και κάποια ανακούφιση ο ήρωας μας.
«Πονοκέφαλο!», απάντησε ο γιατρός.
«Και από πού προκύπτει ο πονοκέφαλος;», επέμεινε να ρωτά ο ήρωας.
«Μπορεί να είναι εκατοντάδες οι λόγοι. Μπορεί από στρες ή κακή διατροφή. Μπορεί από κακής ποιότητας ύπνο ή πολλούς καφέδες. Μπορεί από ορμονικές διαταραχές ή ακόμα και από ψυχολογικούς λόγους!», απάντησε αραδιάζοντας μερικές πιθανές αιτίες ο γιατρός.
«Ναι, αλλά δεν αποκλείετε και τον καρκίνο στον εγκέφαλο! Σωστά;», ξαναρώτησε αγχωμένος ο ήρωάς μας.

«Στην επιστήμη δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τίποτα, παρά μόνο ότι το τσίμπημα μιας αράχνης μπορεί να σε κάνει σπάιντερμαν!», είπε χιουμοριστικά ο γιατρός. «Στην ιατρική γνωρίζουμε τις πιθανότητες και αυτό μας καθησυχάζει. Σε έναν πονοκέφαλο, είναι πιο πιθανοί οι λόγοι που σας προανέφερα, παρά ένας όγκος. Εξάλλου μην ξεχνάτε ότι ένας όγκος στον εγκέφαλο μπορεί να μην είναι απαραίτητα και κακοήθης!», απάντησε με σοβαρότητα ο γιατρός.
«Όμως ακόμα και αν είναι λίγες οι πιθανότητες, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν; Σωστά;», συμπέρανε ο ήρωας.
«Ναι υπάρχουν! Αν σκέφτεστε με αυτόν τον τρόπο, τότε και το ένα τις χιλίοις είναι μία σοβαρή πιθανότητα!», είπε ο γιατρός κοιτάζοντας στα μάτια τον ήρωά μας.
«Τώρα που μου το είπατε αυτό, ο πονοκέφαλος έχει αρχίσει να δυναμώνει! Θεέ μου έχω καλοήθη ή κακοήθη όγκο στον εγκέφαλο! Σας παρακαλώ γιατρέ μου, βοηθήστε με μην πάω σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι!», είπε κλαίγοντας με λυγμούς ο ταλαίπωρος ήρωας.

«Για τ’ όνομα του Θεού κύριε ηρεμήστε! Μην έχετε εμμονές! Δεν πάσχετε από αυτό που λέτε. Το άγχος ότι πάσχετε από καρκίνο σας δημιουργεί τους πονοκεφάλους! Ηρεμήστε, σκεφτείτε θετικά και σε λίγες μέρες ελάτε να σας ξαναδώ! Και μην ξεχνάτε κάτι σημαντικό: Αυτές τις αρρώστιες, καλό είναι να μην τις βάζουμε στο στόμα μας συχνά και χωρίς λόγο!», είπε συμβουλευτικά ο γιατρός.
«Να το πάλι! Τι εννοείτε γιατρέ, ό τι αν το σκέφτομαι μπορεί και να το νοσήσω; Τις τελευταίες μέρες δε σκέφτομαι τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό! Ακόμα και τη μορφή του μέσα στο κεφάλι μου έχω φανταστεί: Είναι λέει κάτι σχήματα σαν μαργαρίτες που μεγαλώνουν και πολλαπλασιάζονται μέχρι που καλύπτουν όλα τα εγκεφαλικά μου κύτταρα και στο τέλος μέσα στο κεφάλι μου βρίσκεται ένα συνονθύλευμα από κίτρινα ανομοιογενή πράγματα το ένα πάνω στο άλλο. Έχω έναν εγκέφαλο σαν κινέζικη πόλη, γιατρέ μου!»

Ο γιατρός σηκώθηκε από το γραφείο του και κατευθύνθηκε προς τον “ασθενή”.
Στάθηκε δίπλα του όρθιος και του έπιασε τον ώμο καθησυχαστικά: « Αγαπητέ μου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε. Δείξτε λίγο εμπιστοσύνη στη επιστήμη και περάστε να σας ξαναδώ σε μία εβδομάδα. Είμαι σίγουρος ότι με τα παυσίπονα που σας έγραψα και λίγη ξεκούραση θα το θυμάστε και θα γελάτε!»
«Μακάρι», είπε μέσα απ’ τα δόντια του ο ήρωας μας και σηκώθηκε διστακτικά να φύγει.
Στην πόρτα του γραφείου και σχεδόν με δάκρυα στα μάτια γύρισε και κοίταξε προς τον γιατρό: «Μα είναι πολλές οι μαργαρίτες γιατρέ μου …».
Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, ο γιατρός τον διέκοψε: «Φύγετε σας παρακαλώ! Οι μαργαρίτες δεν είναι σύμπτωμα για τον καρκίνο στον εγκέφαλο. Θα τα πούμε ξανά σε μία εβδομάδα.»

Μόλις ο ήρωας έκλεισε την πόρτα πίσω του η νοσοκόμα – που βρισκόταν μέσα στο ιατρείο καθ’ όλη τη διάρκεια της παραπάνω συνομιλίας, αλλά δε μίλησε γιατί βαριόταν – ξέσπασε σε γέλια: «Τι περίπτωση γιατρέ μου! Άκου μαργαρίτες!».
«Τυχερός ήταν», άρχισε να λέει περιπαικτικά ο γιατρός. « Αν έβλεπε τίποτα άσπρα παχύρευστα μέσα στο κεφάλι του, θα τον έστελνα σπίτι του κατευθείαν με διάγνωση!»
«Τι διάγνωση γιατρέ μου;», ρώτησε με δήθεν ενδιαφέρον η νοσοκόμα.
«Καραμπινάτη μαλακία στον εγκέφαλο!», απάντησε σοβαρά ο γιατρός και ξέσπασαν σε γέλια.

Τα χωρατά μεταξύ γιατρού και νοσοκόμας συνέχισαν για πολλή ώρα ακόμη.
Το ‘χουν αυτό μερικοί άνθρωποι. Γελάνε με τη δυστυχία των άλλων. Πολλές φορές μάλιστα τη χρησιμοποιούν για να κερδίσουν τη συμπάθεια. Οξύμωρο, αλλά το βλέπεις παντού. Θίγεις κάποιον για να γίνεις αρεστός σε κάποιον άλλο.

Όμως τέλος με τη φιλοσοφία κι ας δούμε τι συνέβη πραγματικά στον ήρωά μας.
Για την ιστορία όμως να πούμε, ότι ο γιατρός και η νοσοκόμα “βγάλαν τα μάτια τους” με αυτά και με τ΄ άλλα.
Αφροδισιακός ο ήρωας μας.

Όσο ο γιατρός πασπάτευε τη νοσοκόμα, ο Νικήτας (μάθαμε και το όνομα) είχε ήδη φτάσει στη στάση και περίμενε το λεωφορείο.
Στη διαδρομή μέχρι εκεί, το μόνο πράγμα που σκεφτόταν ήταν η επίσκεψή του στον γιατρό: “Δεν έχω καρκίνο, το είπε και ο γιατρός! Όλα είναι μέσα στο μυαλό μου …» και σε κείνο ακριβώς το σημείο “το ‘χανε” και “το ξανάπαιρνε” από την αρχή.
Η λέξη παγίδα ήταν το “μυαλό”.
Είχε πάθει μία σύγχυση – μάλλον από μικρός – και μπέρδευε το μυαλό με τον εγκέφαλο. Δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει την συσκευή από το αποτέλεσμα.
Ήταν σαν να ταύτιζε την τηλεόραση με την εικόνα.
Όταν λοιπόν σκεφτόταν ότι όλα είναι στο μυαλό του, αμέσως ο συνειρμός (μόνο ο δικός του συνειρμός) τον οδηγούσε αυτομάτως σε λάθος συμπέρασμα:
“Όλα είναι στο μυαλό μου, άρα στον εγκέφαλο μου, άρα καρκίνος στον εγκέφαλο (γιατί μεταξύ μας δεν είναι και δόκιμο το “καρκίνος στο μυαλό”), άρα πονοκέφαλος και τελικά μαργαρίτες και άλλα τέτοια παράλογα. Ή μήπως και όχι;

 

Το λεωφορείο ως συνήθως άργησε και εντωμεταξύ ξέσπασε μπόρα.
Ήταν τόσο το νερό που έπεσε και τόση η αποχαύνωση του Νικήτα που δεν το πήρε καν χαμπάρι. Το μυαλό του είχε κολλήσει μεταξύ καρκινικών κυττάρων και μαργαριτών και μόλις τελικά μπήκε στο λεωφορείο κατάλαβε ότι είχε βραχεί μέχρι και η κωλοτρυπίδα του. Το νερό είχε εισχωρήσει όπου είχε τρύπα ο δύστυχος ο Νικήτας. Τα αυτιά του μικρές λίμνες (στοίχημα ότι εκτός από “καρκίνο” θα τσίμπησε και μία περιποιημένη ωτίτιδα), τα ρουθούνια του καταραχτές και για την κωλοτρυπίδα δεν κάνω παρομοίωση. Αφήνω την φαντασία σας να δουλέψει.
Ο Νικήτας όπως ήταν αναμενόμενο δε βρήκε θέση να καθίσει. Έμεινε εκεί όρθιος να στραγγίζει δίπλα στο παράθυρο. Και όλος ο κόσμος τον κοίταζε. Άλλοι τον λυπόντουσαν και άλλοι (οι νεότεροι) τον κορόιδευαν.
Ο Νικήτας όμως τον χαβά του: Μαργαρίτες, εγκέφαλος, γιατρός κλπ.
Ότι διαδραματιζόταν δίπλα του, δεν τον άγγιζε και για να είμαι πιο ακριβής: Δεν το αντιλαμβανόταν.

Κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε και βγήκε ένας ήλιος πρωτόγνωρος που κάνεις δεν είχε δει μέχρι τότε, ειδικά στις οκτώ το απόγευμα.
Όλοι οι επιβάτες του λεωφορείου κοίταζαν αποσβολωμένοι μία έξω, μία τον Νικήτα, μέχρι που έπαψε να τους απασχολεί η θεσπέσια απογευματινή λιακάδα και το βλέμμα τους καρφώθηκε στον περίεργο επιβάτη.
Αρχικά πλάκωσε μία βουβαμάρα η οποία “έσπασε” από τις πιο εκκωφαντικές κραυγές που θα μπορούσαν ποτέ να ακουστούν σε λεωφορείο της γραμμής “Πειραιάς – Σύνταγμα”.
Μετά ακολούθησε μακελειό. Οι επιβάτες πηδούσαν απ΄ τα παράθυρα του κινούμενου λεωφορείου και έσκαγαν σαν καρπούζια καταμεσής της Συγγρού. Όσοι δεν άνοιξαν τα κεφάλια τους από την πτώση, έγιναν “πίτα” από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Δεν έμεινε κανείς. Όλοι οι επιβάτες (εκτός φυσικά από τον Νικήτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσα να συνεχίσω αυτό το κείμενο) πέθαναν λόγω της περίεργης αυτής συμπεριφοράς τους. Έδωσαν όλοι χρώμα στο γκρίζο της ασφάλτου. Χρώμα κόκκινο.

Η εβδομάδα πέρασε με τα πρωτοσέλιδα να δίνουν ρεσιτάλ: “ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΙ ΟΙ ΕΠΙΒΑΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΙΡΑΙΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ!” έγραφε η Ελεύθερη ώρα, “ΟΜΑΔΙΚΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΙΖΟΥΣΑΣ ΑΙΡΕΣΗΣ ΠΟΥ ΜΕΤΕΒΑΙΝΕ ΜΕ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ!” έγραφε το Πρώτο Θέμα, ενώ η ΕΦ.ΣΥΝ. έγραφε: “ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΕΠΕΣΤΡΕΦΑΝ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ!”.
Καμία όμως εφημερίδα δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια.
Όμως δεν έχουν και καμία σημασία τα πρωτοσέλιδα. Δεν προάγουν την ιστορία μας, αλλά αφού γράφτηκαν, είπα να σας ενημερώσω.

 

Η νοσοκόμα (ναι, αυτή που πηδούσε ο γιατρός) μπήκε αεράτη στο γραφείο του γιατρού: «Ο Νικήτας Άνθης ενημέρωσε ότι είναι στον δρόμο. Σε δέκα λεπτά θα είναι εδώ!»
«Ποιός είναι ο Νικήτας ο Άνθης;», ρώτησε αδιάφορα ο γιατρός.
«Είναι αυτός με τη μαλακία στον εγκέφαλο», αποκρίθηκε η πρόστυχη νοσοκόμα και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να σου την πάλι ανάσκελα στο γραφείο πάνω.
Περίεργη η επίδραση μερικών ανθρώπων στους άλλους.

Ο συγχρονισμός ήταν τέλειος.
Με το “τελείωμα” του γιατρού ακούστηκε και το θυροτηλέφωνο.
Όπως – όπως η νοσοκόμα μάζεψε τα βρακιά της και έσπευσε να ανοίξει την πόρτα.
Μετά από λίγο ενημέρωνε τον γιατρό για την κατάσταση του ασθενή: «Ήρθε ο κύριος Νικήτας, μόνο που …».
Πρίν προλάβει να τελειώσει την φράση της ο Νικήτας φορώντας μία χαρτοσακούλα στο κεφάλι έμπαινε στο ιατρείο, με έναν αέρα διαφορετικό αυτή τη φορά.
Ο γιατρός και η νοσοκόμα κοιτάχτηκαν με απορία.
«Καλήμερα σας κύριε Άνθη! Ελπίζω να είστε καλύτερα αυτή τη βδομάδα!», είπε ευγενικά ο γιατρός, αλλά καταλάβαινε ότι τον περίμενε ένα δύσκολο μισάωρο.
«Είμαι πολύ καλύτερα, σας ευχαριστώ!», ακούστηκε μουντά η φωνή του Νικήτα μέσα από την χαρτοσακούλα.
«Τέλεια! Θέλετε να βγάλετε και την χαρτοσακούλα από το κεφάλι σας για να συνεννοηθούμε;», ρώτησε με μία δόση ειρωνείας ο γιατρός.
«Δε θέλετε!», απάντησε ξερά ο Νικήτας.
«Όπως νομίζετε! Πείτε μου λοιπόν. Ο πονοκέφαλος πέρασε;», ρώτησε χαμογελαστά ο γιατρός.
«Πέρασε, σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον», είπε ήρεμα ο Νικήτας.
«Άρα δεν έχουμε κάτι άλλο. Μπορείτε να πηγαίνετε. Και να έχετε κατά νου ότι τις περισσότερες φορές τα πράγματα είναι στο μυαλό μας!»

Τί ήταν να το πει αυτό ο γιατρός;
Ο Νικήτας άρχισε να κουνιέται νευρικά: «Δηλαδή με διαβεβαιώνετε ότι είναι στο μυαλό μου; Έχω κάτι στο μυαλό μου;»
«Άντε πάλι τα ίδια!», εκνευρίστηκε ο γιατρός. «Δεν έχεις τίποτα άνθρωπέ μου! Πήγαινε στο καλό να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας!»
«Εντάξει γιατρέ, θα φύγω! Απλά ήθελα να είμαι σίγουρος.»
Ο Νικήτας με εμφανή τον εκνευρισμό του έκανε να φύγει. Στην πόρτα του ιατρείου κοντοστάθηκε και γύρισε προς τον γιατρό: «Για τη χαρτοσακούλα δε θα με ρωτήσετε;»

Ο επιστήμονας προκειμένου να ξεμπερδέψει μία και καλή από τον ιδιαίτερο αυτόν ασθενή του απάντησε: «Άντε πες μου και για τη σακούλα!»
«Για τη χαρτοσακούλα!», τον διόρθωσε ο Νικήτας.
«Πες του λοιπόν να τελειώνουμε!», πετάχτηκε η πρόστυχη νοσοκόμα, φανερά εκνευρισμένη.
«Ωραία λοιπόν», είπε ήρεμα ο Νικήτας και ξαναθρονιάστηκε στη θέση του.
«Εγώ θέλω να κάνω μόνο το καλό. Γι’ αυτό επέλεξα χαρτοσακούλα και όχι μία απλή πλαστική. Σκέφτηκα για το καλό της ανθρωπότητας να χρησιμοποιήσω οικολογικά υλικά, άσε που έκανα και καλό στην τσέπη μου. Μην ξεχνάτε ότι οι πλαστικές σακούλες χρεώνονται με 0,04 του ευρώ!»

Ο γιατρός και η νοσοκόμα τον άκουγαν σαστισμένοι, αλλά ήταν και αυτή η περίεργη επίδραση που ασκούσε επάνω τους ο Νικήτας.
Η Νοσοκόμα είχε “ανάψει πάλι τις μηχανές” και περίμενε, ενώ ο γιατρός ήθελε να πετάξει έξω τον Νικήτα για να την “τακτοποιήσει” πάλι.
Ο Νικήτας έπρεπε να φύγει, αλλά παράλληλα αυτός ήταν η αιτία της υπέρμετρης καύλας που ένιωθαν οι λειτουργοί της υγείας.
Θα τον κορόιδευαν πάλι και θα ένιωθαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση, αλλά κυρίως πολύ ικανοποιημένοι από τους εαυτούς τους που δεν είναι σαν κι αυτόν.
Εξάλλου η καύλα ξεκινάει πάντα από μας. Όσο πιο γαμάτος νιώθεις, τόσο πιο πολλούς θέλεις να γαμήσεις, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Και για να νιώσεις γαμάτος πρέπει οι άλλοι να μην είναι.
Αυτά είναι τα περίεργα της ανθρώπινης φύσης.

Ο Νικήτας όμως δεν ξεκουμπιζόταν. Είχε όρεξη για κουβέντα ο δόλιος, ακόμα και με μία χαρτοσακούλα στο κεφάλι:
«Ξέρω γιατρέ ότι με περνάς για ηλίθιο και μάλλον έχεις δίκιο. Εγώ θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου και κάπως αλλιώς: Θα έλεγα ότι είμαι εμμονικός. Είμαι λοιπόν ένας εμμονικός ηλίθιος. Είμαι φτιαγμένος από τα υλικά που φτιάχνονται οι ήρωες!»

Η νοσοκόμα, μην αντέχοντας άλλο και νιώθοντας τα υγρά της να την πνίγουν, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και να τελειώσει αυτήν την κωμωδία: «Άκου Νικητάκο, μας ζάλισες με τα προβλήματα σου! Άρον τη χαρτοσακούλα σου και περιπάτει! Δεν έχεις τίποτα που να μπορούμε να σου λύσουμε εμείς! Εσύ θέλεις ψυχίατρο. Παράτα μας και έχουμε και δουλειές!»
Ο Νικήτας γύρισε και την κοίταξε (μάλλον αυτό έκανε, αλλά με τη χαρτοσακούλα στο κεφάλι δεν μπορείς να καταλάβεις στα σίγουρα): «Και θα διώξεις έτσι έναν ήρωα; Έναν άνθρωπο που μάχεται το κακό;», την ρώτησε.

Η νοσοκόμα κατάλαβε τότε ευθύς ότι ο Νικήτας δεν ήταν αυτό που είχαν φανταστεί.
Ο τρόπος που της απάντησε έκρυβε κάτι σκοτεινό, κάτι σίγουρο, κάτι απόκοσμο.
Δειλά – δειλά κινήθηκε προς τον γιατρό της και του έπιασε το μπράτσο. Σαν να του ζήταγε να την προστατέψει.
Ο γιατρός κατάλαβε ότι τώρα ήταν η ευκαιρία του να αποδείξει τον ανδρισμό του (τον πραγματικό ανδρισμό του και όχι αυτόν που επί μία βδομάδα επιδείκνυε στην πρόστυχη νοσοκόμα) και την κράτησε σφιχτά κοντά του. Κοίταξε με θυμό τον Νικήτα, σήκωσε το δάχτυλο και τον απείλησε: «Ήρωας κύριε Άνθη είμαι εγώ, που σώζω ανθρώπινες ζωές. Εσείς είστε απλά ένας τρελός που από λάθος δεν είστε έγκλειστος σε κάποια ψυχιατρική κλινική. Πάρτε δρόμο τώρα από δω μέσα, γιατί αλλιώς θα καλέσω να σας μαζέψουν!»

Ο Νικήτας σηκώθηκε αργά απ την καρέκλα του και απευθύνθηκε στον γιατρό: «Εμένα δε με έσωσες γιατρέ!» και με μία γρήγορη – σχεδόν αστραπιαία – κίνηση έβγαλε τη χαρτοσακούλα απ’ το κεφάλι του.
Η νοσοκόμα έβγαλε μία τεράστια κραυγή και μετά αμέσως βουβάθηκε σαν η φωνή της να έσπασε για πάντα. Τα μάτια της έμειναν ακίνητα – σχεδόν γυάλινα – να κοιτάζουν τον Νικήτα και το σώμα της έμεινε παγωμένο. Ήταν βέβαιο ότι ο χρόνος σταμάτησε για την έγκαυλη βοηθό.
Ο γιατρός κράτησε την ψυχραιμία του με μεγάλη δυσκολία: «Τί είσαι εσύ;;;», ρώτησε.
«Είμαι αυτό που δεν πίστευες γιατρέ! Είμαι αυτός που δεν έσωσες! Είμαι ο ήρωας της αδιαφορίας σου! Είμαι το αποτέλεσμα του χλευασμού σου!», απάντησε ο Νικήτας.
Ο γιατρός έντρομος άρχισε να κλαίει: «Σε παρακαλώ μη με τιμωρήσεις! Θα σε βοηθήσω!»
«Δεν μπορείς να με βοηθήσεις πια. Έχασες την ευκαιρία σου. Εγώ πια δεν χρειάζομαι γιατρό, αλλά κηπουρό!», είπε ο Νικήτας με μία βροντερή φωνή και τιμώρησε για πάντα τον γιατρό.

Ο γιατρός βρέθηκε μέρες μετά να μαδάει μία μαργαρίτα η οποία αναγεννούσε διαρκώς τα πεταλά της και κοιτώντας τη νοσοκόμα του της απεύθυνε το αιώνιο ερώτημα: «Μ’ αγαπά; – Δε μ΄ αγαπά;»
Η νοσοκόμα απ’ τη μεριά της βράχος! Φριζαρισμένη και με την αιώνια έκπληξη παγιδευμένη στο βλέμμα της, δεν ήταν σε θέση να δώσει απάντηση.

Φήμες λένε ότι από κείνη τη μέρα και έπειτα, κάθε φορά που κάποιος χλευαζόταν προς τέρψη των άλλων, εμφανιζόταν ένα πλάσμα που από κάθε τρύπα του σώματός του ξεπρόβαλαν ανθισμένες μαργαρίτες κίτρινες και άσπρες, μαζί με το κοτσάνι παρακαλώ!
Το αποκρουστικό αυτό πλάσμα τιμωρούσε παραδειγματικά τους χλευαστές χρησιμοποιώντας τα μεγαλύτερα πάθη τους. Αυτά δηλαδή που τροφοδοτούσαν όταν υποτιμούσαν τους συνανθρώπους τους.

Χρόνια μετά ακούστηκε και μία φήμη – που δυστυχώς δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα – ότι κάθε φορά που εμφανιζόταν ο ανθισμένος αυτός τιμωρός ακουγόταν – από κάπου – το τραγούδι “Πεθαίνω για σένα”, του Γιώργου Μαργαρίτη.

Δεν άργησε λοιπόν να δημιουργηθεί ο αστικός μύθος του “ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ”.
Ενός ήρωα διαφορετικού απ’ τους άλλους …

About the author

Yiannis Archimandritis

Add comment

SUBSCRIBE

Loading

CONTACT