OΝΕΙΡΟ

O

Είδα δυο όνειρα χθες βράδυ.
Ένα πριν και ένα μετά το καθιερωμένο κατούρημα τα χαράματα.
Για να μη βιαστείτε να υπολογίσετε τα χρόνια που έχω στην πλάτη μου, να σας πω ότι ούτε προστάτη έχω (ακόμα), ούτε κάποιο άλλο θέμα με την ούρηση. Όλο το πρόβλημα είναι το βραδινό NETFLIX που συνοδεύεται από άφθονη κατάποση κόκα κόλας λάιτ, καθώς και η συνολική ποσότητα καφέ στην διάρκεια της μέρας, που όπως όλοι γνωρίζουμε, εκτός από αντιοξειδωτικός είναι και διουρητικός.

Επανέρχομαι όμως στα όνειρα.
Ήμουν κάτοικος, λέει*, Παρισιού και φοιτούσα στο λύκειο.
Εκεί όλα ήταν συνηθισμένα, όπως ακριβώς και στα λύκεια της Ελλάδας.
Αίθουσες χαβούζες με σπασμένα θρανία και μαυροπίνακες με ζωγραφισμένους πούτσους. Γκομενάκια βαμμένα και χτενισμένα έτοιμα όχι για μάθημα, αλλά μάλλον για «ιδιαίτερο» με τον καθηγητή των μαθηματικών.
Αγοράκια που ψάχνουν ακόμη το πουλί τους και έχουν χαλάσει το στομάχι τους από τα ρεψίματα και φυσικά καθηγητές βαριεστημένους και κομπλεξικούς, με άθλια γκρι και μπεζ ντυσίματα.
Όπως καταλαβαίνετε τίποτα δεν υποδηλώνει ότι ήμουν κάτοικος μιας καθώς πρέπει Ευρωπαϊκής πόλης. Παρόλα αυτά δεν ήταν αυτό το περίεργο. 

Ο κολλητός μου συμμαθητής δεν ήταν άλλος από τον Μπράντον.
Τον γνωστό Μπράντον από τα «Χτυποκάρδια»!
Το αγαπημένο παιδί των καθηγητών, που έβλεπαν στο πρόσωπό του το γιο τους ή ακόμα και τον μέλλοντα γαμπρό τους.
Λογικό, αν σκεφτείς ότι οι μισοί των καθηγητών είχαν κάτι γιους στόκους που έκαναν χρήση της «ασυλίας» του διδάσκοντα μπαμπά ή μαμάς. 
Όσο για τις κόρες τους, άσε καλύτερα. Η καλύτερη ήταν μόνιμα καβάλα στο καλάμι ή όπου αλλού έβρισκε και η χειρότερη φορούσε ένα ροζ πουλόβερ με  αστεράκια και γυαλιά τόσο παχιά που με δυσκολία έβλεπες τι κρύβεται από πίσω. Μάτι ή είσοδος για τον εγκέφαλο.

Ο Μπράντον λοιπόν, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν ήταν καθόλου αυτός που έδειχνε.
Κλέφτης εργασιών, αντιγραφέας διαγωνισμάτων, σφετεριστής της φιλίας μου. Αυτός ήταν.
Εγώ όμως τον θαύμαζα. Εντυπωσιαζόμουν με την ικανότητά του να με πείθει να τον βοηθώ σε κάθε δυσκολία και μετά που με έκανε να πιστεύω ότι δε με είχε ανάγκη. Ξέχωρα λοιπόν της ανηθικότητας του χαρακτήρα του, το χάρισμα του αυτό ήταν εντυπωσιακό και άξιο θαυμασμού. 
Και όπως έλεγε και η μάνα μου, τέτοιοι καπάτσοι τύποι δεν «χάνονται» ποτέ.

Το κουδούνι για την πρώτη ώρα θα χτυπούσε στις οκτώ και τέταρτο και ήταν ήδη οκτώ και δέκα.
«Φίλε, ξέρεις τι δεν έχω δοκιμάσει ποτέ;» μου είπε περνώντας την καγκελόπορτα του σχολείου. «Μακαρόν! Μακαρόν δεν έχω δοκιμάσει ποτέ!» και οι λέξεις του υγράνθηκαν από την ακατάσχετη σιελόρροια.
«Στο Παρίσι είμαστε» του απάντησα φυσικά. «Το πιο εύκολο πράγμα στο Παρίσι είναι να δοκιμάσεις μακαρόν».

Την πρώτη ώρα που είχαμε θρησκευτικά, έψαξα με το κινητό μου και βρήκα το μαγαζί με τα καλύτερα μακαρόν στην πόλη. Ladurée με τ’ όνομα.
Τα έδειξα στον Μπράντον και αυτός δεν έδωσε καμία σημασία. Παραξενεύτηκα.

«Δεν πάμε μέχρι εκείνο το ζαχαροπλαστείο να πάρουμε μάτι;» με ρώτησε μόλις σχολάσαμε. 
«Να πάμε και ίσως αγοράσουμε και το μικρό πακέτο με τα έξι», του απάντησα πρόθυμα εγώ.
Με κοίταξε με θυμό. «Εσύ μπορείς! Εγώ δεν μπορώ να αγοράσω. Δεκαεφτά ευρώ και δέκα λεπτά κάνει το πακέτο με τα έξι!»
Προσχεδιασμένο ήταν το έγκλημα λοιπόν. Ήξερε ακριβώς την τιμή του μικρού πακέτου και βάζω στοίχημα ότι ήξερε απ΄  έξω και ανακατωτά τις τιμές όλων των πακέτων και ας είχε παίξει τον αδιάφορο στο μάθημα. 
Ήθελε να αγοράσω εγώ και να γευτεί αυτός. Ίσως και να ήθελε να του πάρω ένα πακέτο για την πάρτη του. Ίσως με αυτό τον τρόπο και με τα δικά μου χρήματα να ήθελε να κάνει το κομμάτι του στη Βάλερι.
Αποφάσισα ότι αυτή η φορά θα ήταν η τελευταία. Τελευταία χάρη. Τελευταία εκμετάλλευση.
Γνώριζα βέβαια ότι ο φίλος μου ήταν από τα πιο φτωχά παιδιά στην τάξη και δεν είχε την δυνατότητα για μία τέτοια πολυτέλεια, αλλά ως εδώ. 
Δεκαεπτά ευρώ δεν είναι και εξωφρενικό ποσό αν επιθυμείς κάτι τόσο πολύ.

Καθώς το μετρό πλησίαζε στη στάση Σεν Ζερμαίν σκεφτόμουν ότι όσο και να προσπαθώ να ξεφύγω δε θα τα καταφέρω ποτέ. 
Αγαθός εγώ, καπάτσος ο Μπράντον, ήμουν καταδικασμένος σε αιώνια αιχμαλωσία στις επιθυμίες του. Μόνο με κάποιου είδους εξωτερική παρέμβαση θα απελευθερωνόμουν οριστικά.
Μόλις φτάσαμε έξω απ’ το Ladurée, ο Μπράντον αδιαφορώντας για την ύπαρξή μου, έτρεξε και πέρασε την πολυτελή είσοδο του ζαχαροπλαστείου.
Πριν καλά καλά φτάσω κι εγώ, είχε ήδη διαλέξει ένα πακέτο των έξι και με περίμενε στο ταμείο.
Ο άθλιος δεν είχε πάρει ούτε δύο πακέτα, έτσι για το ξεκάρφωμα.
Δεν είπα τίποτα και πλήρωσα τα δεκαεπτά ευρώ και δέκα λεπτά και βγήκαμε έξω που είχε ήδη αρχίσει να βρέχει. 
«Αύριο έχω τα γενέθλιά μου» μου ανακοίνωσε με χαρά κάτι που γνώριζα ήδη. «Δεν είναι κακή ιδέα να κεράσω μακαρόν στο σχολείο!» και άρχισε με τα νύχια του να σκίζει το πακέτο των έξι. «Να τα δοκιμάσω όμως πριν, να δω αν αξίζουν!»
Βούτηξε από το κουτί το πράσινο μακαρόν με γεύση φυστίκι και έκανε να το βάλει με τη μία στο στόμα του. 

Η βροχή τότε άρχισε να εντείνεται σε τέτοιο βαθμό που πριν προλάβει να το γευτεί το μακαρόν είχε λιώσει. Απορημένος πήρε το ανοιχτό πράσινο μακαρόν με γεύση λάιμ και ξανά τα ίδια.
Το χέρι του είχε πάρει μία πράσινη απόχρωση από τα λιωμένα εδέσματα. 
Όλες τις φορές συνέβη το ίδιο. Τα μακαρόν έλιωσαν σα να ήταν μαλλί της γριάς.
Ήταν τέτοια η μανία του να τα καταβροχθίσει που δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να πάει σε κάποιο υπόστεγο.
Μόλις η προσπάθειά του τελείωσε άδοξα, με βούτηξε απ’ το χέρι και μπήκαμε πάλι μέσα στο ζαχαροπλαστείο. «Πάρε άλλο ένα πακέτο των έξι!» μου είπε επιτακτικά.
«Τουλουμπάκια ή κουρκουμπίνια;» ρώτησα.
Ο Μπράντον έκπληκτος κοίταξε γύρω του και διαπίστωσε ότι στις ακριβές βιτρίνες του Ladurée δέσποζαν βουναλάκια από σιροπιασμένα καστανόξανθα  τουλουμπάκια και λίμνες από μικρά χαριτωμένα κυλινδρικά κουρκουμπίνια. 
«Δεν είναι αλήθεια!» άρχισε να ωρύεται ο φίλος μου. «Τι ντέκα είναι αυτή; Που πήγαν τα μακαρόν μου;»
Η υπάλληλος του ζαχαροπλαστείου φώναξε την ασφάλεια και μας πέταξε έξω.

Βρεγμένοι και απογοητευμένοι – αυτός δηλαδή (εγώ το έπαιζα) – πήραμε τον δρόμο της επιστροφής όπου μας περίμενε μία ακόμα έκπληξη.
Σε μία διαφημιστική πινακίδα είδαμε τη Βαλερί φωτογραφισμένη στην τάξη του σχολείου μας. Καθόταν ημίγυμνη πάνω σε ένα σπασμένο και καταβρώμικο θρανίο. Είχε ήδη δαγκώσει ένα μικρό τουλουμπάκι και τα σιρόπια έτρεχαν από το στόμα της στο μπούστο της. 
Από πίσω της φόνταραν όλοι οι καθηγητές μας και οι συμμαθητές μας, αλλά εμείς λείπαμε. 
Όμως αυτό που πραγματικά είχε ενδιαφέρον ήταν η λεζάντα:
« Ladurée! Γιατί τα τουλουμπάκια είναι τα νέα μακαρόν …»

 

Υποσχέθηκα δύο όνειρα στην αρχή του κειμένου, αλλά αυτό τράβηξε πολύ.
Αύριο το άλλο. 
Εξάλλου έρχεται και η επόμενη νύχτα με NETFLIX και το κατούρημα είναι το μόνο σίγουρο.

*Αλήθεια, αυτό το «λέει» που λέμε όταν θέλουμε να περιγράψουμε ένα όνειρο, θα πρέπει κάποια στιγμή να μάθουμε ποιος το λέει και γιατί λέει το «λέει».     

About the author

Yiannis Archimandritis

Add comment

SUBSCRIBE

Loading

CONTACT