Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΑΡΑΜΟΥΖΩΦ

Η

Ένα οικογενειακό δράμα …

Το βρέφος – όχι το Θείο – έφτασε με τη μαμά του και τον μπαμπά του επιτέλους στο σπίτι.

Μετά από την απαραίτητη πενθήμερη παραμονή στο νοσοκομείο, οι έμπειροι γονείς, προσέδεσαν το νεογνό στο ειδικό καρεκλάκι αυτοκινήτου. Το καρεκλάκι αυτό ήταν ταυτόχρονα και καθισματάκι καροτσιού και ειδικό relax (ξαπλωτήρι για μωρά είναι αυτό), ενώ παράλληλα έφτιαχνε και καφέ με αφρόγαλα για τους μελλοντικά άυπνους γονείς.

Ο μπαμπάς εξασκώντας τις δεινές του οδηγικές ικανότητες, μετέφερε με ασφάλεια στη θαλπωρή του σπιτιού το απίθανο μωράκι. Η χαρά ήταν μεγάλη και σε κάθε γωνιά του σπιτιού είχε θρονιαστεί η ευτυχία, η οποία είναι απορίας άξιο πως μπορούσε να βρίσκεται σε όλες τις γωνίες ταυτόχρονα.

Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν και η ζωή κύλαγε, όπως θα ήταν αναμενόμενο να κυλήσει σε μία τέτοια οικογένεια. Ήρεμα. Το απίθανο μωράκι μεγάλωνε και οι γονείς και τ’ αδέλφια του τα τρία, έκαναν τα πάντα ώστε το παιδάκι να είναι πάντα καθαρό, φαγωμένο και ήρεμο.

Η ευτυχία είχε πάθει λουμπάγκο καθισμένη όλον αυτό τον καιρό στις γωνίες του σπιτιού μέχρι που αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα: «Μητέρα αυτού του υπέροχου μωρού, θα ήθελα να σε παρακαλέσω για ένα ρεπό!»

Η μητέρα μόνο στο άκουσμα της απαίτησης της ευτυχίας έγινε έξω φρενών:«Σας ταΐζουμε, σας δίνουμε στέγη και αυτό είναι το ευχαριστώ! Τι έχετε κάνει για να αξίζετε ρεπό; Έχει πιαστεί ο κώλος σας να κάθεστε στις γωνίες!»

Η ευτυχία βαθιά πληγωμένη από την συμπεριφορά της μάνας, αποφάσισε να φύγει και να βρει στέγη και φαγητό σε κάποιο άλλο σπίτι. Σε κάποιο σπίτι που θα την καταλάβαιναν, που θα εκτιμούσαν τις υπηρεσίες της.

Όμως η ευτυχία δεν ήταν σκύλα σαν την μάνα του υπέροχου μωρού και ούτε αδιάφορη σαν τον πατέρα του, που πρώτη και τελευταία φορά που τον είδε να αγκαλιάζει το νεογέννητο παιδί του ήταν την πρώτη μέρα, και έτσι πήρε την απόφαση να μη φύγει όλη.

Άφησε μία γωνία κατειλημμένη με την πάρτη της, απλά έγινε αόρατη για να μην φαίνεται και έφτιαξε και ένα αυτοσχέδιο ράφι – αόρατο κι αυτό – μη γίνει καμία μαλακία και την ρουφήξει κατά λάθος με την ηλεκτρική σκούπα η Φιλιππινέζα, που κάθε πρωί έκανε το σπίτι “γυαλί”.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές καθώς η οικειοθελής αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους της ευτυχίας, ξεγύμνωσε την άλλοτε υποδειγματική οικογένεια και αποκαλύφθηκαν τα προβλήματα.

Στις γωνίες του σπιτιού άρχισαν να φυτρώνουν διάφορα παράσιτα, που η ευτυχία τα “κανόνιζε” εν τη γενέσει τους, αλλά τώρα πια δεν προλάβαινε. Ήξερε πολύ καλά ότι οι παραφυάδες της δυστυχίας ήθελαν μόνο ένα σύνθημα για να ξεκινήσουν το καταστροφικό τους έργο. Ποιο θα είναι το σύνθημα, ούτε η ίδια η ευτυχία το γνώριζε. Σε κάθε σπιτικό είναι διαφορετικό και εξαρτάται από τους κατοίκους του.

Το μωρό είχε φτάσει πια σε ηλικία να μιλήσει και όλον αυτόν τον καιρό η μοναδική ευτυχία που είχε απομείνει σε κείνη τη γωνιά στο σπίτι, έκανε υπερευτύχιο αγώνα να ξεριζώνει τις παραφυάδες που φύτρωναν σαν τρελές.

Ήξερε καλά ότι δεν θα άντεχε άλλο, αλλά έλπιζε ότι το σύνθημα δε θα ακουστεί ποτέ και ίσως αυτό το σπιτικό να τη γλίτωνε. Είναι αλήθεια ότι το σύνθημα είχε καθυστερήσει χαρακτηριστικά.

Όμως έκανε λάθος. Σε κανένα σπίτι που έδιωξαν την ευτυχία δεν κατάφεραν να τη γλιτώσουν.

Ένα βράδυ και ενώ το μωράκι είχε καβαλήσει τα τρία του χρόνια, ο πατέρας εκνευρισμένος προσπαθούσε να το κάνει να αρθρώσει την πρώτη του λέξη:

«Μπαμπά! Πες Μπαμπά!», έλεγε και ξανάλεγε στο παιδάκι που τον κοίταζε απορημένο.

«Στη μαλακισμένη την αδελφή σου έμοιασε! Κι αυτή στα πέντε δε μίλησε;» είπε απαξιωτικά στη γυναίκα του.

Η μητέρα του υπέροχου μωρού, κοίταξε τον άντρα της με μίσος:«Τί ακριβώς περίμενες; Είσαι ποτέ εδώ να ασχοληθείς με το παιδί σου; Όλο δουλειά και βραδινές συναντήσεις  από τη μέρα που γεννήθηκε. Ποιος θα του μιλήσει; Ποιος θα τ΄ αγκαλιάσει αν δεν το κάνει ο πατέρας του;»

«Κι εσύ; Τι κάνεις όλη μέρα μέσ’ το σπίτι;» αντέδρασε ο θιγμένος πατέρας.

«Εγώ; Τολμάς και ρωτάς εγώ τι κάνω με άλλα τρία παιδιά που περιμένουν να φάνε, να διαβάσουν, να κάνουν μπάνιο;» σηκώθηκε η γυναίκα σε έξαλλη κατάσταση και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.

Ο αδιάφορος πατέρας – που μπορεί βέβαια και να μην ήταν φύση και θέση αδιάφορος, αλλά οι συνθήκες της ζωής τον οδήγησαν να είναι απών – έπιασε το δύστυχο αλλά πάντα υπέροχο μωράκι κάτω απ΄ τις μασχαλίτσες του και άρχισε να το ταρακουνά: «Μίλα ρε μαλακιστήρι! Δε θα μου πουν εμένα ότι το παιδί μου είναι βλαμμένο!»

Η κατάσταση είχε ξεφύγει απ’ τον έλεγχο και η ευτυχία απ΄ τη γωνιά της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η δουλειά της εξάλλου δεν είναι να επεμβαίνει στις ανθρώπινες συμπεριφορές, αλλά να “καθαρίζει”.

Σαν τη Φιλιππινέζα του σπιτιού, έτσι και η ευτυχία είχε συγκεκριμένη δουλειά. Η μία καθάριζε αυτά που φαίνονταν και η άλλη αυτά που δεν φαίνονταν.

Στο ταρακούνημα επάνω, το κοριτσάκι άρχισε να κλαίει. Η μητέρα και τα αδέλφια της έτρεξαν να την πάρουν από τα χέρια του άκαρδου πατέρα, ώσπου εκείνη τη στιγμή το κλάμα άλλαξε και μετατράπηκε σε έναν ήχο περίεργο σαν τρομπέτα, όχι όμως μελωδική. Ακουγόταν περισσότερο σαν κόρνα αυτοκινήτου, απ΄ αυτές τις παλιές που τις πατούσες με το χέρι, στη φούσκα. «Μαμά, η αδελφή μας ακούγεται σαν καραμούζα!» είπε το μεγαλύτερο απ’ τα τρία αδέλφια, τα οποία ξέχασαν ήδη τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα τους και είχαν ξελιγωθεί στα γέλια.

«Τί είναι αυτό, γαμώ την πουτάνα μου;» ξεφώνησε ο απογοητευμένος πατέρας.

Η υπέροχη μάνα άρπαξε το παιδί από τα χέρια του, άνοιξε την εξώπορτα και άρχισε να τρέχει στον δρόμο. Σαν παίχτης του ράγκμπι είχε μαγκώσει το μικρό κοριτσάκι κάτω απ΄ τις μασχάλες της και με επιδέξια σλάλομ κατευθύνθηκε στην κοντινότερη εκκλησία στη γειτονιά της.

*Εδώ να σημειώσουμε ότι οι εκκλησίες στις γειτονιές, κάποτε ήταν περισσότερες απ΄ τις ΕΒΓΑ και οι πιστοί συνέρρεαν εκεί για πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Δεν έχει αλλάξει κάτι από τότε, παρά μόνο ότι οι ΕΒΓΑ έκλεισαν ή αντικαταστάθηκαν με τα γνωστά σε όλους μας mini market, αλλά οι εκκλησίες εκεί! Στέκουν ακόμα αγέρωχες και παραμένουν περισσότερες. Ακόμα και τα υπερσύγχρονα mini market υστερούν αριθμητικά κατά πολύ.

*Το παραπάνω αποτελεί σημείωση του συντάκτη, έτσι χωρίς λόγο

Μια απ’ τις τακτικές επισκέπτριες της εκκλησίας, είναι και η μητέρα της ιστορίας μας: «Παπά Νικόλα!» φώναζε η δύστυχη μανούλα καθώς πλησίαζε στο προαύλιο, «Το παιδί μου το στερνοπούλι μου, βγάζει θορύβους!»

Ο παπά Νικόλας έτρεξε προς την αγαπημένη του πιστή και αμφότερες – αυτήν και το κοριτσάκι της – τους οδήγησε μέσα στον ναό.


Εντωμεταξύ στο σπίτι, ο πατέρας κάπνιζε τα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο: «Τί λάθος κάναμε!», σκέφτηκε, «Με τρία παιδιά τι το θέλαμε ένα ακόμα;»

Ο πατέρας ήταν γνωστός στατιστικολόγος και σε μία παλιότερη κουβέντα που είχε με τη γυναίκα του για το ενδεχόμενο απόκτησης τέταρτου παιδιού, ήταν κάθετος: «Αγάπη μου, είμαστε καλά με τα τρία παιδιά και μη σου πω και ιδιαιτέρως τυχεροί. Όσο πιο πολλά παιδιά, τόσο οι πιθανότητες αυξάνονται για να βγει κάποιο ελαττωματικό» είχε πει, αλλά η γυναίκα του δεν τον άκουσε.

Η σύζυγος θεωρούσε ότι τα παιδιά είναι ευτυχία και κυρίως ότι είναι αμαρτία, αν σου τύχει, να προβείς σε έκτρωση. Έτσι με το που έμεινε έγκυος το τέταρτο, το ανακοίνωσε στον άντρα της όταν πια δεν υπήρχε επιστροφή.

Στις γωνίες του σπιτιού η ευτυχία είχε ήδη ξεκινήσει τον άνισο αγώνα καθαρισμού των παραφυάδων της δυστυχίας. Η εμπειρία της από άλλα σπίτια της είχε μάθει ότι με το που θα ακουστεί το σύνθημα οι παραφυάδες αναπτύσσονται ταχύτατα και το σύνθημα μόλις πριν από λίγο είχε ακουστεί. Η καραμούζα του παιδιού ήταν η αρχή του κακού.

Για όσο πρόλαβε να ακουστεί, η ευτυχία είδε τις παραφυάδες της απιστίας, της φτώχιας και τις βίας να μεγαλώνουν και να καλύπτουν τις γωνίες από το πάτωμα ίσαμε το ταβάνι.

Λιγοστή ως ήταν, αλλά εκμεταλλευόμενη την ικανότητά της να είναι αόρατη, η ευτυχία από τη γωνιά της με κάποια τηλεπαθητικά κόλπα μάραινε τα παράσιτα τα οποία έψαχναν να βρουν “τί έχουν τα έρμα και ψοφάνε”.

Άνισος ο αγώνας της γιατί όσο αυτή μάραινε, τόσο περισσότερες φύτρωναν. Έπαιρνε όμως δύναμη από τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί ήξερε ότι όλοι έχουν δικαίωμα στην ευτυχία, ακόμα κι αυτός ο τεχνοκράτης πατέρας και η θρησκευόμενη σύζυγός του.

Στο τέταρτο τσιγάρο του πατέρα και αφού είχε ήδη πιει και δύο διπλούς εσπρέσο που είχε φτιάξει με το ειδικό καρεκλάκι αυτoκινήτου, αποφάσισε να βάλει μία τάξη σ’ αυτό το σπίτι και μετά να κάτσει να σκεφτεί ήρεμα τις επόμενες κινήσεις του.

Η αρχή θα γινόταν με τα τρία κωλόπαιδα που είχαν λυσσάξει στο γέλιο και έσπαγαν πλάκα με τη φωνή της μικρότερης αδελφής τους.

«Μαλάκα μου!» έλεγε η μεγαλύτερη κόρη στην αμέσως μικρότερη «Το άκουσες αυτό; Μιλάμε η μικρή μας αδελφή είναι η Αδελφή Καραμουζώφ!». Και δώσ’ του γέλια και χαβαλέ. Η πιο μικρή από τις τρεις μάλιστα, (ναι, είχε ήδη τρεις κόρες πριν αποκτήσει την τέταρτη ο πατέρας), είχε πάρει μια πλαστική καραμούζα που ο πατέρας της έπαιρνε στο γήπεδο και δεν είχε σταματήσει να τη φυσάει.

Δεν ήθελε και πολύ. Ο πατέρας σηκώθηκε από τον καναπέ και με αδιανόητα μπινελίκια έστειλε τις κόρες του στα δωμάτιά τους: «Μαλακιστήρια, μόνο να ζητάτε ξέρετε. Στα δύσκολα όμως μόνο χαβαλέ! Τέρμα το χαρτζιλίκι και τέρμα οι έξοδοι μέχρι νεοτέρας. Δε θα με στείλετε εσείς στο τρελάδικο, εγώ θα σας στείλω!».

Είπε κι άλλα ο πατέρας, που δεν είναι πρέπον να αναφερθούν και μάλιστα ήταν τόσα τα νεύρα του που ακόμα και όταν οι κόρες είχαν κρυφτεί στα δωμάτιά του, αυτός συνέχισε να μπινελικώνει.

Στο εικοστό μπινελίκι χτύπησε το τηλέφωνο.

«Ποιος πούστης είναι βραδιάτικα;» είπε και το σήκωσε.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά η όψη του πατέρα είχε αλλάξει. Είχε πάρει ένα χρώμα πρασινοκίτρινο, αρρωστημένο και ιδρώτας έτρεχε από τους γκρίζους κροτάφους του, δημιουργώντας δύο ρυάκια απόγνωσης.

«Δηλαδή τέλος;» ρώτησε τον άγνωστο συνομιλητή, «Και δεν υπάρχει σωτηρία για την εταιρία; Είναι τετελεσμένη απόφαση;»

Η ευτυχία δεν τα είχε καταφέρει, τελικά. Η παραφυάδα της φτώχιας είχε γίνει πια τόσο δυνατή που δεν μαραινόταν με καμία δύναμη. Ούτε καν με τα τηλεπαθητικά κόλπα της ευτυχίας. Ο πατέρας είχε μείνει άνεργος, καθώς η καθωσπρέπει εταιρία δημοσκοπήσεων που δούλευε “βάρεσε κανόνι”, πράγμα αναμενόμενο μετά τα τελευταία exit polls όπου είχε πέσει έξω όχι μόνο στα ποσοστά του πρώτου κόμματος, αλλά και του πρώτου κόμματος του ίδιου. Να φανταστείτε είχε βγει το τρίτο!


Εάν κάποιος περνούσε μπροστά από την εκκλησία εκείνο το βράδυ – και γιατί να μην περνούσε δηλαδή; Ο ναός βρισκόταν πολύ κεντρικά στα βόρεια προάστια – θα άκουγε να ηχούν οι σάλπιγγες της Δευτέρας Παρουσίας.

Το κοριτσάκι “είχε δώσει ρέστα” και δε σταματούσε να κλαίει και να “τρυπάει” τα τύμπανα του παπά, αλλά και της υπέροχης μανούλας του.

«Θα είναι που έκανε καιρό να μιλήσει» το δικαιολόγησε η μάνα.

«Μπορείς σε παρακαλώ να το κάνεις να σταματήσει;» την παρακάλεσε ο παπά Νικόλας.

«Αν μπορούσα πάτερ, δε θα ‘ρχόμουν σε σένα. Ήλπιζα να με βοηθήσεις εσύ. Κάτι παραπάνω ξέρεις!»

Τότε ο παπά Νικόλας σηκώθηκε και για λίγη ώρα “χάθηκε” μέσα στο Ιερό.

Το κοριτσάκι όσο περνούσε η ώρα, τόσο δυνάμωνε το περίεργο κλάμα της και ο μεγάλος πολυέλαιος του ναού άρχισε να κουνιέται επικίνδυνα.

«Θα διαβάσω μια ευχή στην μικρή ψυχούλα, να φύγει από μέσα της αυτή η παραφωνία» είπε ο παπάς καθώς έβγαινε από το ιερό.

«Σαν την ευχή που μου διάβασες όταν δεν μπορούσα να κάνω παιδιά;» του είπε η υπέροχη μανούλα με νόημα.

«Παρόμοιο είναι, απλά αλλάζω κάποιες λέξεις. Ελπίζω να πιάσει» είπε  ο παπάς και ξεκίνησε να αλείφει το παιδί με λάδι.

Λίγη ώρα μετά και ενώ το κοριτσάκι έσπαγε τα τζάμια του ναού με το κλάμα της, η μαμά ήταν γυμνή και ο παπάς ετοιμαζόταν να την βατέψει.

«Μα τι συμβαίνει πάτερ;» είπε απορημένη η γυναίκα μη μπορώντας να αντιδράσει στις ορέξεις του παπά.

«Δε γνωρίζω τέκνο μου, θα είναι η συγκεκριμένη ευχή που με οδηγεί στην αμαρτία, αλλά ας είναι! Προκειμένου να σώσουμε την αγνή ψυχή του παιδιού θα βουτηχτούμε στη κόλαση κι ας καούμε» είπε ο παπάς ξαναμμένος και τα σάλια του έτρεχαν σαν ορμητικό ρέμα που παρέσερνε στο διάβα του κάθε αναστολή και κάθε πίστη.


Στο σπίτι η ευτυχία είχε πια πεθάνει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει στον αγώνα να μην αφήσει την παραφυάδα της απιστίας να καταλάβει όλο το οίκημα η οποία την τελευταία ώρα γιγαντώθηκε τόσο, που κανονικά θα ήθελε μήνες.

Ο πατέρας ξαπλωμένος στον καναπέ και έχοντας αντικαταστήσει τον καφέ με ουίσκι σκέτο – όχι δεν το έφτιαξε στο ειδικό καθισματάκι, αν ρωτάτε αυτό – άκουσε να ηχεί το παιδί του.

«Πως είναι δυνατόν να ακούγεται απ’ την εκκλησία;» αναρωτήθηκε, γιατί ήξερε ότι σε κάθε δύσκολη φάση η γυναίκα του έψαχνε εκεί να βρει παρηγοριά.

Το ίδιο έκανε και τότε που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδί, όταν ήταν ακόμα νέοι και ερωτευμένοι, το ίδιο και στο δεύτερο και το τρίτο παιδί και φυσικά τώρα πριν λίγο καιρό και στο τέταρτο, που δεν ήταν καθόλου ερωτευμένοι πια.

«Άμα νιώθεις ότι σε βοηθάει, εγώ χέστηκα» της έλεγε κάθε φορά που η γυναίκα του έβρισκε καταφύγιο εκεί, «αλλά να ξέρεις ότι μεγαλύτερα λαμόγια απ΄ τα παπαδαριά δεν υπάρχουν» συμπλήρωνε τη σκέψη του και ξαναχανόταν στις δημοσκοπήσεις του για τον διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας και κατά πόσο οι Έλληνες ήταν σύμφωνοι μ΄ αυτό.

Ο πατέρας της Αδελφής Καραμουζώφ σήκωσε τον κώλο του απ’ τον καναπέ και άρχισε να τρέχει για τον ναό.  Ήταν η πρώτη φορά που ο στατιστικολόγος έτρεχε για την οικογένειά του, αλλά είχε ένα προαίσθημα ότι κάτι κακό συμβαίνει. Όσο πλησίαζε το έδαφος έτρεμε και η φωνή της μικρής του κόρης είχε γίνει πια εκκωφαντική. Παραπατώντας από τον συντονισμό των ηχητικών κυμάτων που εξέπεμπε η κόρη του, έσπρωξε με δύναμη την θύρα της εκκλησίας και τη στιγμή που έβλεπε τη γυναίκα του γονατιστή και τον παπά γυμνό να της κρατάει το κεφάλι, πέφτει ένα κομμάτι απ΄ τον πολυέλαιο και του κόβει το πέος.

Το αίμα πετάχτηκε στο πρόσωπο της υπέροχης μητέρας η οποία δεν κατάλαβε καν τι είχε γίνει.

Ο παπάς ούρλιαζε απ΄ τον πόνο.

«Πάτερ τόσο γρήγορα; Και όλα στο πρόσωπο μου; Τι σόι ευχή είναι αυτή;»

Ο ατιμασμένος πατέρας δεν πίστευε στα μάτια του. Η γυναίκα του με τον παπά; Τόσο καιρό; Μήπως και τα παιδιά είναι δικά του;

«Καριόλα θα σε σκοτώσω!» φώναξε και όρμηξε επάνω της.

Η καριόλα – συγνώμη, η γυναίκα του – εκείνη τη στιγμή επανήλθε από την έκσταση της “ευχής” του παπά και παντοτινού εραστή της και ένιωσε τα χέρια του άντρα της να την πνίγουν.

«Σταματήστε! Έγινε θαύμα! Το παιδί σώθηκε!» είπε ο παπάς και ξεψύχησε.

Πράγματι το αντρόγυνο τότε κατάλαβε ότι η μικρή Αδελφή Καραμουζώφ, είχε πάψει πια να σαλπίζει και την άκουσαν ξεκάθαρα να λέει τη λέξη  “μπαμπά”.

Μετά απ΄ αυτό το συμβάν, που δε θα το διαβάσετε πουθενά αλλού, οι πατέρας, μητέρα και κόρη επέστρεψαν στο σπίτι.

Η παραφυάδα της απιστίας είχε πια καταλάβει μέχρι και τις χέστρες, αλλά ποιος νοιάζεται; Φτάνει που το παιδί ήταν καλά …

Γιάννης Αρχιμανδρίτης

Photo by Caleb Woods on Unsplash 

photo edit: Γιάννης Αρχιμανδρίτης

About the author

Yiannis Archimandritis

Add comment

SUBSCRIBE

Loading

CONTACT