ΜΠΑΛΑ, ΦΡΑΚΤΑΛ & ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Μία απείρως πιο ενδιαφέρουσα ιστορία που θα μπορούσαν να πούνε οι μπαμπάδες στα αγόρια τους.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και λίγο πριν πάω στο γυμνάσιο, ο μόνιμος – αλλά όχι ο μόνος – διαπληκτισμός με τους γονείς μου ήταν για την ώρα του βραδύνου ύπνου.

Οι γονείς, σταθεροί στην άποψή τους, πίστευαν ότι ένα παιδί για να μπορεί να αποδώσει σωστά στις υποχρεώσεις του, αλλά πρωτίστως για την υγεία του, πρέπει να κοιμάται νωρίς και τουλάχιστον δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Τα παιδιά όμως αυτά τ’ ακούνε βερεσέ, είτε μεγάλωσαν στην δεκαετία του ογδόντα, είτε μεγαλώνουν σήμερα.

Με τιτάνιο αγώνα εναντίον της γονεϊκής τυραννίας κατάφερα να βλέπω τον “Ιππότη της Ασφάλτου” κάθε Τετάρτη βράδυ στις δέκα, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Ήθελα κι άλλο. Ήθελα να “μεγαλώσω”.
Στο μυαλό μου στροβίλιζαν πολλές ιδέες για το πως θα κερδίσω άλλη μια μέρα ξενυχτιού και τελικά το κατάφερα με ένα έξυπνο τέχνασμα: Ο πατέρας μου παρακολουθούσε ανελλιπώς την Αθλητική Κυριακή. Χωρίς να είναι φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, καθηλωνόταν μπροστά από την τηλεόραση και παρακολουθούσε τα γκολ του ελληνικού πρωταθλήματος και φάσεις και γκολ από το αγγλικό, το ιταλικό και λοιπών πρωταθλημάτων.

Καταλάβαινα από τότε ότι το να είσαι ενήμερος για την βαθμολογική κατάταξη των ομάδων ήταν ένα πολύ πολύ σημαντικό εφόδιο για την “κατάταξή” σου στην ελληνική ανδροκοινωνία. Ο πατέρας μου, που ακόμα και σήμερα παρακολουθεί τις πορείες των ομάδων, είχε εγκλωβιστεί στα πρότυπα του ελληναρά άνδρα. Έπρεπε λοιπόν, στις φιλικές συγκεντρώσεις να έχει κάτι να πει για τη διαιτησία και τις μεταγραφές, αλλιώς τον κοίταζαν περίεργα και υποτιμητικά: «Καλά εσύ είσαι καλλιτέχνης» του έλεγαν, θέλοντας να μειώσουν το ποσοστό της αντρίλας που έρεε στο αίμα του.
Έτσι κι εγώ, έθεσα το θέμα επί τάπητος: «Μπαμπά, μαμά θέλω να βλέπω μπάλα κι εγώ γιατί με κοροϊδεύουν οι φίλοι μου στο σχολείο!»

Τι ήταν να το πω αυτό; Αμέσως κέρδισα την Κυριακή και μάλιστα “μετά βαΐων και κλάδων”! Πίτσα, σουβλάκι και άλλα καλούδια συνόδευαν την παρακολούθηση του ελληνικού κλωτσοσκουφίου.

Με τα πολλά απέκτησα κι εγώ την εμπειρία και τη γνώση και συμμετείχα ως ισάξιος συνομιλητής σε κουβέντες για “πέτσινα πέναλτι”, “μουσαντένια offside”, “πουλημένους διαιτητές” και από διαστροφή δική μου, έλεγα και το κάτι παραπάνω και τους “έστελνα” όλους: « 4-3-3 έπρεπε να ξεκινήσει και μετά το γκολ, δεν θα έπρεπε να τραβηχτεί πίσω, αλλά να βγάζει “κρυφό” επιθετικό  από το κέντρο και γιατί όχι από την άμυνα».
Όμως ακόμα και τότε, που απέκτησα την ευχέρεια, έβλεπα αυτό που δυστυχώς βλέπω και τώρα: Το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου ήταν, είναι και θα είναι ένα κακό πρωτάθλημα.

Δεν γράφω αυτό το κείμενο με σκοπό να διερευνήσω τους λόγους για την “αμπαλοσύνη” της ελληνικής μπάλας – εξάλλου είμαι τελείως ακατάλληλος γι’  αυτό – αλλά για κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό.

Για ποιον ακριβώς λόγο και ενώ το θέαμα που προσφέρει το ελληνικό πρωτάθλημα είναι τραγικό, οι σύγχρονοι πατεράδες επιμένουν να ποτίζουν τα παιδιά τους με οπαδικά αισθήματα για ομάδες, που κάθε νοήμων άνθρωπος δε θα ασχολιόταν ούτε για πλάκα;

Ποιος είναι ακριβώς ο λόγος που τα νεαρά αγόρια γεμίζουν το κεφάλι τους με σκορ, βαθμολογίες και αγωνιστικές, ενώ θα μπορούσαν να εφοδιάζουν το μυαλό τους με μουσικές και χρώματα;

Τι ακριβώς κερδίζουν οι Έλληνες μπαμπάδες, που αντί να αφήσουν τα παιδιά τους να κοιτάνε το ταβάνι και να σκέφτονται, τα “τρέχουν” κάθε Κυριακή στο γήπεδο της δικής τους ομάδας;

Γιατί εκκολάπτουν μελλοντικούς χούλιγκαν, αντί να αφήσουν τα παιδιά τους στην ησυχία τους να βρούνε τον δρόμο τους και τα ενδιαφέροντά τους;

Πριν δώσω τη δική μου εξήγηση για το θέμα, θα επανέλθω στα μέσα της δεκαετίας του ’80.


Ο πατέρας μου, ζούσε κι αυτός το δράμα του: Δύσκολη επιβίωση, πολλή δουλειά και ένας διαρκής αγώνας να “ενταχθεί” κι αυτός στο σύνολο. Παρόλα αυτά και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι πώς είναι να είσαι “ξένος” στην ελληνική κοινωνία του ’80, αποφάσισε – λαμπρά πιστεύω – να μας μεγαλώσει κι εμένα και την αδελφή μου σαν “εξωγήινους”.

Έφερνε στο σπίτι ο αθεόφοβος βιβλία τέχνης ειδικά γραμμένα για παιδιά. Έτσι εγώ και η αδελφή μου αποκτήσαμε το βιβλίο του Πίνιν Κάρπι “Μια νύχτα με αστροφεγγιά” που περιείχε πίνακες του Βαν Γκόγκ.

Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφόρησε το 1985 από τον εκδοτικό οίκο “Οδυσσέας” και έκανε φυσικά μόνο μία έκδοση.

Εύλογα θα με ρωτήσετε: «Τί ιδιαίτερο είχε αυτό το βιβλίο και μας ζαλίζεις τον έρωτα;»
Τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός φυσικά από μερικά αριστουργήματα της ζωγραφικής και μάλιστα με κακής ποιότητας φωτογραφίες, αλλά ήταν αρκετό για να καταλάβω πως ο κόσμος έχει περισσότερο “βάθος” από μία ασπρόμαυρη μπάλα που την κλωτσάνε είκοσι δύο τύποι, που ακόμα και όλους μαζί να τους βάλεις δε φτάνουν την ιδιοφυία του ζωγράφου της “Έναστρης Νύχτας”.

Έτσι τα βράδια μου απέκτησαν νόημα. Την ώρα της “Αθλητικής Κυριακής” εγώ έριχνα και μια κλεφτή ματιά στο βιβλίο και μετά από καιρό χανόμουν στις εικόνες και τα τοπία και έχανα όλα τα “σημαντικά” γκολ, αλλά ήξερα ότι είχα σκοράρει στην ψυχή μου. Και οι γονείς μου δεν φοβήθηκαν μήπως γίνω “αδελφή”, αντιθέτως παρότρυναν την αγάπη για την τέχνη και το ωραίο.

Αυτό είναι τελικά. Κάποιοι γονείς δε φοβούνται μήπως τα παιδιά τους μεγαλώνοντας δεν ενταχθούν στον “μέσο όρο” και παλεύουν να τα κάνουν εξαιρέσεις.  Αυτό όμως θέλει προσπάθεια και απ΄ τους ίδιους. Να μη φοβηθούν να “σπάσουν τ’ αυγά” και την ώρα που το καμάρι τους θα προσπαθήσει να ακολουθήσει τον όχλο να σταθούν μπροστά του, προσφέροντάς του ένα βιβλίο, ένα cd μία κουβέντα.

“ΕΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ”, Βίνσεντ βαν Γκογκ, 1889

Και χωρίς να έχουν ιδέα από τέχνη, να κοιτάξουν την “Έναστρη Νύχτα” και να φανταστούν έναν τύπο με κόκκινη γενιάδα που κόβει το αυτί του και μόνος του ζητά να νοσηλευτεί στο φρενοκομείο. Και εκεί να δημιουργήσει το πρώτο timelapse έργο τέχνης στην ιστορία του ανθρώπου, καθώς ο πίνακας την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή που τον βλέπουμε, απεικονίζει όλες της ώρες της ημέρας και της νύχτας.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο τύπος με το κόκκινο μούσι, είδε πράγματα που ανακαλύφθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Είδε τις χαοτικές δίνες των ρευστών και του φωτός και τα φράκταλς, που περιγράφηκαν επιστημονικά 60 χρόνια αργότερα.

«Και τα χρώματα; Αυτά τα χρώματα πώς τα έβαλε;», ρώτησα.
«Αυτός τα έβλεπε!» μου απάντησε κάποτε η αδελφή μου.

Πείτε μου μπαμπάδες, αυτή δεν είναι μια απείρως πιο ενδιαφέρουσα ιστορία να πείτε στα παιδιά σας, αντί για το “Ήρθε η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα”, μιας και μιλάμε για ’80s;

(δείτε αυτό το υπέροχο video και θα καταλάβετε)