ΟΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΕΣ – Κεφάλαιο 3ο

Κεφάλαιο 3ο – Εγκοπή

Κρατούσε τον μεγάλο λευκό φάκελο και με προσοχή έκατσε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά της. Δε θα άντεχε άλλο να περπατήσει χωρίς να σωριαστεί στον δρόμο. 
Δεν ήταν μόνο η μόνιμη κατάστασή της που δεν επέτρεπε πολλές μετακινήσεις, αλλά και η επιδείνωση της από το νέο που έμαθε. Ήξερε από μικρή ότι κάτι συνέβαινε, όμως η απόδειξη ήρθε πριν από λίγα λεπτά:
«Υποπλασμένη παρεγκεφαλίδα». Ο γιατρός της ήταν βέβαιος πια, μετά τα αποτελέσματα της εργαστηριακής μελέτης.
Αυτό δεν ήταν κάτι που δεν υποψιαζόταν. Στο πετσί της είχε νιώσει πολύ καλά τι σημαίνει να μην μπορείς να περπατήσεις είκοσι μέτρα χωρίς να πέσεις. Ήξερε τι σημαίνει να ζεις πάντα σε μία μόνιμη θαλασσοταραχή. 
Τίποτα δεν ήταν εύκολο στη ζωή της Μαριάννας ως σήμερα και τίποτα δε θα ήταν εύκολο από σήμερα και πέρα. Όμως τούτη η μέρα θα ήταν ορόσημο. Έμαθε πια τον υπεύθυνο της δυστυχίας της. 

Με δυσκολία κράτησε το κινητό της τηλέφωνο και το έβαλε στο αυτί της.
«Αυτός είναι τελικά, αγάπη μου!» είπε τρυφερά. «Τον έχω εντοπίσει εδώ και καιρό. Πρέπει να φύγεις!».


Το Σπυρί είναι ένα χωριό αμφιθεατρικά κτισμένο ψηλά στην πλαγιά της Ρίνης. Το παράδοξο με αυτό είναι ότι η υποτιθέμενη πλατεία του περίεργου αυτού θεάτρου είναι σκαμμένη μέσα στον άγριο βράχο του βουνού και οι “θεατές” απολαμβάνουν την παράσταση με τις πλάτες τους να τις δέρνει ο βοριάς. 
Το χωρίο δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια τεράστια εγκοπή – πληγή στην υπέροχη μύτη της κυρίας που κοιμάται στο πέλαγος.
Το ανάποδα προσανατολισμένο αυτό αμφιθέατρο είναι η οπτικοποίηση της βίας, του αιχμηρού, αλλά και του κρυφού και του υποκριτικού.

Η εξήγηση του παπά Λάμπρου στους δύο επισκέπτες, που είχαν μείνει εμβρόντητοι με το θέαμα, ήταν ότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να προστατευτούν οι κάτοικοι από την οργή των παγωμένων ανέμων που έπνεαν σε αυτό το υψόμετρο. 
Αυτή η εξήγηση δεν έπεισε τους δύο συντηρητές και ιδιαίτερα τον Πέτρο, που ούτε η ηλικία του, αλλά ούτε η εμπειρία του θα του επέτρεπαν να το “χάψει” έτσι αμάσητο. Όμως ένας παπάς ήταν, που σίγουρα δεν θα μπορούσε να ξέρει τους ακριβείς λόγους που οι πρώτοι “ριναίοι” έχτισαν έτσι το χωριό τους πριν εκατοντάδες χρόνια.

Το ξημέρωμα στο Σπυρί παιζόταν “παράσταση”.
Οι κραυγές της Αγνής αντηχούσαν από τα σπίτια και πίσω πάλι στους σκληρούς βράχους. Μόνο της Αγνής όμως. Το θήραμά της κείτονταν αιφνιδιασμένο με την Αγνή αλλόφρων από πάνω του να ουρλιάζει σαν άγριο θηρίο, χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Τέτοιο ήταν το πάθος της για τον νεαρό κάτοικο του χωριού.
Μόλις τελείωσε η σκηνή της, οι φωνές της ακουγόντουσαν για πολλή ώρα ακόμα, μέχρι που απορροφήθηκαν και έγιναν κι αυτές μνήμες ποτισμένες βαθιά, στις πέτρινες εσοχές της τεράστιας εγκοπής.
Ιδρωμένη – παρά την παγωνιά – σηκώθηκε βιαστικά, χάιδεψε τα μαλλιά του νεαρού και χάθηκε στις στενές ανηφοριές του χωριού.

Την Αγνή δεν την ένοιαξαν ποτέ οι συνέπειες των πράξεών της, ούτε τα επικριτικά βλέμματα των “άβιων” ανθρώπων. Αυτή ήθελε να ζήσει πολύ το “λίγο” που περνάμε όλοι μας από δω. Κάθε της στιγμή έπρεπε να αποτελεί εμπειρία τέτοια, που πολλοί από τους συνανθρώπους της ούτε να την φανταστούν δεν μπορούσαν.
Μπήκε σιγά στο σπίτι της κυρ – Ασπασίας και ξάπλωσε δίπλα στον άντρα της. 
Είχε στα σίγουρα ακόμα μια ώρα ύπνο στην ασφάλεια της αγκαλιάς του Πέτρου της.


Η Μαριάννα επέστρεψε εντελώς καταβεβλημένη.
Κρατήθηκε από τις μεταλλικές μπάρες που διέτρεχαν κατά μήκος όλους τους τοίχους του σπιτιού της και με ανακούφιση ξάπλωσε στο κρεβάτι της.
Άνοιξε τον άσπρο φάκελο και την έπιασαν τα κλάματα μέχρι που η κούραση νίκησε τη θλίψη και την “έσβησε” μέχρι το επόμενο πρωί. 

“Αναχωρούμε αγάπη μου. Θα σε ενημερώσω μόλις έχω νέα”
Το κείμενο αυτό εμφανίστηκε στην οθόνη του κινητού της όσο η Μαριάννα κοιμόταν με τον φάκελο αφημένο στο στήθος της.
Θα το διαβάσει το πρωί και τότε σίγουρα η θλίψη της θα χάσει λίγο από την παντοδυναμία της πάνω στην ψυχή της. 
Ένα άλλο συναίσθημα θα γεννηθεί για πρώτη φορά μέσα της.
Η εκδίκηση.


Πολλά χρόνια πριν …

Η γυναίκα έπλυνε τα χέρια της και το πρόσωπό της. Σκουπίστηκε με την λευκή πετσέτα και κρατώντας την λάμπα πετρελαίου κατευθύνθηκε προς το δώμα της. Έκανε μια στάση στο δωμάτιο πριν και χτύπησε την πόρτα. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν αποκρίθηκε κανείς, άνοιξε διστακτικά και η καρδία της χτύπησε δυνατά. 

Κάθε βράδυ η καρδιά της γυναίκας χτυπούσε δυνατά. Όποτε έβλεπε αυτά τα σχέδια κρεμασμένα στους τοίχους του δωματίου την έπιανε ένας φόβος. Δεν έπρεπε όμως να συμβαίνει αυτό. Δεν έπρεπε να φοβάται το ίδιο της το σπλάχνο.
Σκηνές από σκοτάδι και αίμα πλημμύριζαν τους τοίχους του δωματίου, αλλά αυτή δεν έπρεπε να φοβάται. Δεν ήταν δυνατόν να φοβάται.
Όμως η καρδιά της έσπαγε κάθε βράδυ. Ένιωθε λες και καιροφυλακτούσε ο ίδιος ο διάολος στις γωνιές του φτωχικού της σπιτιού. 
Μετά έτρεχε και κρυβόταν στα σκεπάσματα του κρεβατιού της και προσευχόταν. 

Η μάνα προσευχόταν για το παιδί της. Παρακαλούσε τον Θεό να της δώσει ένα σημάδι, ότι το μόνο που της είχε απομείνει σε αυτή τη ζωή θα έπαιρνε τον σωστό δρόμο και ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα στάδιο. Εκείνο το βράδυ το σημάδι ήρθε.

Η γυναίκα ένιωσε στον ύπνο της ένα κρύο να διαπερνά το σώμα της και μετά από λίγο γυμνή στο κρεβάτι της να υπομένει σφαδάζοντας τις άγριες ορέξεις του Σατανά. Μόνο που ο Σατανάς είχε την όψη του μονάκριβου γιου της. Λίγο μετά ο έφηβος σηκώθηκε, έφτυσε τη μάνα του και χάθηκε για πάντα.
Ποτέ δεν τον ξανάδε.
Για τους άλλους, ο γιος της έφυγε για την πόλη για μια άλλη ζωή.
Γι’ αυτήν είχε πεθάνει. Ο Σατανάς ευτυχώς είχε πεθάνει. Άξιζε η ντροπή και ο πόνος που είχε υποστεί εκείνη τη νύχτα. 
Μόνο που η γυναίκα δεν ήξερε ότι ο σπόρος μόλις είχε φυτευτεί. 

ΤΕΛΟΣ 3ου ΜΕΡΟΥΣ

Photo by Aliyah Jamous on Unsplash