ΟΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΕΣ – Κεφάλαιο 2ο

 

«Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ».
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, «Τρικυμία»

Τον Δεκέμβριο του 1982, τριάντα επτά χρόνια πριν την άφιξη των συντηρητών στη Ρίνη, το κυβερνητικό επιτελείο θα έφτανε στο νησί προκειμένου να διενεργήσει απογραφή των κατοίκων του. 
Η τελευταία απογραφή στη χώρα είχε πραγματοποιηθεί ένα χρόνο πριν, αλλά για κάποιον – ανεξήγητο έως τώρα – λόγο, το νησί Ρίνη είχε ξεχαστεί εντελώς.
Άγνωστο παραμένει πως η νεόκοπη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έμαθε για το νησί και για ποιους λόγους αποφασίστηκε η εσπευσμένη αποστολή του επιτελείου.

Από τους τρεις κυβερνητικούς υπαλλήλους επέστρεψε μόνο ο ένας.
Ήταν ο τυχερός που γλίτωσε από τη μεγάλη φωτιά που κατέκαψε το νησί και εκατοντάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους και τα περισσότερα παιδιά του οικισμού Σπυρί, που μέχρι τότε γλιστρούσαν στην πανέμορφη πλαγιά της Ρίνης και εύφραιναν με τις φωνές τους την μεγάλη κυρία που κείτονταν κάτω απ’ το νερό του Ιονίου.

Η τραγωδία που είχε συντελεστεί εκεί αποσιωπήθηκε από την κυβέρνηση και τα φίλα προσκείμενα μέσα ενημέρωσης, χωρίς να μάθει ποτέ κανένας τίποτα για το συμβάν, ή ακόμα χειρότερα, για την ύπαρξη του ίδιου του νησιού.
Αυτό βέβαια δεν ήταν και τόσο δύσκολο την εποχή αυτή, μιας και το νησί Ρίνη δεν είχε απεικονιστεί πότε σε χάρτη, λόγω μεγέθους ή λόγω άλλων αιτιών που δεν είναι της παρούσης.
Στον χάρτη της Ελλάδας εμφανίστηκε πρώτη φορά το 2011, ως βραχονησίδα με μηδέν κατοίκους.

Ο εγκαυματίας υπάλληλος που επέστρεψε στην Αθήνα χωρίς η κατάστασή του να εμπνέει ανησυχία, πέθανε μερικές μέρες μετά από τα εγκαύματα (;) ! Άφησε όμως σημαντική παρακαταθήκη.
Την απογραφή του: 

Απογραφή Νήσου Ρίνης (Μύτης) – Προ της φωτιάς
Το νησί Ρίνη εκτάσεως δεκαέξι τετραγωνικών χιλιομέτρων κατοικείται από 1002 κατοίκους εκ των οποίων οι 34 είναι ενήλικες άνδρες ηλικίας από 18 έως 89 ετών, 66 ενήλικες γυναίκες ηλικίας από 18 έως 62 ετών και ο υπόλοιπος πληθυσμός αποτελείται από παιδιά ηλικίας από 0 έως 17 ετών. Ήτοι ο αριθμός των ανηλίκων είναι υπερπολλαπλάσιος των ενηλίκων με αριθμό που φτάνει τα 902 παιδιά. Όλοι οι κάτοικοι διαμένουν αποκλειστικά στο χωριό Σπυρί που βρίσκεται στα 956 μέτρα υψόμετρο (…)

Η απογραφή περιείχε και άλλες σημαντικές πληροφορίες για τους κατοίκους, όπως ότι όλοι ( εκτός ενός ) ήταν γηγενείς κάτοικοι και δεν είχαν ποτέ ταξιδέψει εκτός του νησιού.
Ο υπάλληλος όμως κατάφερε να αφήσει ακόμα μία – όχι και τόσο τυπική απογραφή:

“Έφυγα από την κόλαση μόνος. Κανένας κάτοικος δε θέλησε να με ακολουθήσει. Στην βάρκα θα μπορούσαμε να χωρέσουμε – με ζόρι – τουλάχιστον εκατό άνθρωποι. Δεν τους άφησε να φύγουν και κάηκαν ζωντανοί.
Παιδιά, μανάδες, ηλικιωμένοι, όλοι έτρεχαν φλεγόμενοι και σωριαζόντουσαν χάμω. Και οι κραυγές τους καβάλαγαν τον καπνό και χανόντουσαν στον συννεφιασμένο ουρανό.
Θεέ μου δεν έκανες να βρέξει!
Δεν έχω καλή εικόνα, αλλά νομίζω ότι τα περισσότερα παιδιά ήταν ήδη νεκρά όταν έφυγα. Δεν ξέρω … ελπίζω να κάνω λάθος.
Τώρα στη βάρκα είμαι μόνος με τον ψαρά και ξεκίνησε να βρέχει. Άδικο Θεέ μου, άδικο!
Οι πόνοι μου είναι αφόρητοι, αλλά θα ζήσω. Θα ζήσω δυστυχώς με τις εικόνες της κόλασης και με την ίδια την αδικία να με κοιτάει κατάματα για το υπόλοιπο τις ζωή μου. 
Τα παιδιά … Τα επτακόσια παιδιά θα με ρωτάνε μέχρι να πεθάνω γιατί δεν τα πήρα μαζί μου …”

Μετά τον θάνατο του, τσάτρα πάτρα οι καλοί συνάδελφοι του αυτόπτη μάρτυρα, με μπακαλίστικες προσθαφαιρέσεις και υποθέσεις, διόρθωσαν την επίσημη απογραφή του και την ντάνιασαν κι αυτή εκεί που ντανιάζονται όλα σ’ αυτή τη χώρα.
Στη λήθη.


Η Αγνή ξύπνησε με το πρώτο φως. Κοίταξε δίπλα της. Ο Πέτρος κοιμόταν βαθιά.
Σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου όσο πιο προσεκτικά μπορούσε.
Δε θα ήθελε να τον ξυπνήσει. Είχε ανάγκη από ξεκούραση.
Τα προβλήματα υγείας τον είχαν καβαλήσει τον τελευταίο χρόνο και αυτό το ταξίδι ήταν η χειρότερη επιλογή. Όμως ο πενηνταπεντάχρονος συντηρητής ήταν ανένδοτος:
« Είναι μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία για σένα μικρή μου» της έλεγε. «Υπάρχει πιθανότητα αυτό που θα δούμε στους τοίχους του ναού να μην έχει προηγούμενο. Δεν θα την χάσουμε την ευκαιρία. Μόλις επιστρέψουμε θα ξεκουραστώ. Στο υπόσχομαι».

Η “μικρή του” δεν είχε καμία σκασίλα για τις τοιχογραφίες και την συντήρησή τους.
Μετά τον γάμο τους, ο Πέτρος, εκμεταλλευόμενος την πολύ καλή του σχέση με την προϊσταμένη, κατάφερε να διορίσει την Αγνή στην υπηρεσία και έτσι να απαλύνει τις ανασφάλειες της διαφοράς ηλικίας τους. Θα την είχε πάντα μαζί του.

Ο παγωμένος αέρας διαπέρασε με ευκολία τα χοντρά ρούχα της και η νεαρή μελαχρινή γυναίκα ασυναίσθητα αγκάλιασε τον εαυτό της για να προστατευτεί.
Ο οικισμός δεν είχε ακόμα ζωή. Όλοι θα ήταν κουκουλωμένοι με τα ζεστά τους σκεπάσματα και θα παρακαλούσαν να μην έρθουν σήμερα αντιμέτωποι με τον βοριά.
Η Αγνή όμως δεν ήταν σαν τους άλλους. Ήταν μία κυνηγός. Σε κάθε αντίξοη συνθήκη αναζητούσε το επόμενο θύμα της. Όσο πιο πολλές οι δυσκολίες, τόσο πιο μεγάλη αξία είχε το θήραμα γι’ αυτήν. Και ήταν τόσο καλή κυνηγός που χρειάστηκε ελάχιστες ώρες για να το εντοπίσει. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να το “σκοτώσει”.

ΤΕΛΟΣ 2ου ΜΕΡΟΥΣ