ΠΛΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ

Σε πόσες πραγματικότητες ζούμε;

Ερώτημα που έχει φυσικά μία και μόνη απάντηση: “Σε μία πραγματικότητα ζούμε και μη μας τρελαίνεις με συνωμοσιολογικές αερολογίες”, θα έλεγε κάποιος εάν τον ρωτούσατε.

Αυτή η “απόλυτη” απάντηση αποκτά μεγαλύτερο βάρος, καθώς υποστηρίζεται σθεναρά, από όλη την επιστημονική κοινότητα:  Πραγματικότητα είναι, αυτά που βλέπουμε, αυτά που αγγίζουμε και αυτά που αλληλεπιδρούν με μας, σε υλικό επίπεδο. Ακόμα και πράγματα που δε βλέπουμε και δεν αντιλαμβανόμαστε υπάρχουν γύρω μας και με την υλική τους υπόσταση μας δροσίζουν το καλοκαίρι, μας φωτίζουν τη νύχτα και μας κρατούν καθηλωμένους στις οθόνες των υπολογιστών και των τηλεοράσεων. Ο αέρας που μας δροσίζει τα αχαμνά τα καλοκαιρινά βράδια, το ηλεκτρικό ρεύμα που μας δίνει την ενέργεια να φορτίσουμε τα κινητά μας, η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που μας γεμίζει καρκίνο τον εγκέφαλο, είναι κάποια από τα στοιχεία της υλικής πραγματικότητας που απλά τα αντιλαμβανόμαστε είτε απευθείας στα κορμιά μας, είτε εμμέσως, βλέποντας τα αποτελέσματα τους. Πράγματι λοιπόν, η πραγματικότητα είναι αυτή και δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει.

Όμως είμαστε όντα με λογική και φαντασία και πολλές φορές η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε διευρύνεται προς άγνωστες κατευθύνσεις και σε επικίνδυνο βαθμό.

Όμως μέχρι πού φτάνει η πραγματικότητα μας;

Στο συγκεκριμένο post δεν έχω φυσικά απαίτηση από τον εαυτό μου – ούτε την ικανότητα – να κάνω περαιτέρω αναλύσεις σε πράγματα που έχουν ήδη αναλυθεί και χιλιοειπωθεί από πολύ πιο εξειδικευμένους ανθρώπους.

Όχι, δε θα κάνουμε “βαριά φιλοσοφική κουβέντα” με φίλους και επιτραπέζια, αλλά θα κάνω μία απόπειρα να καταλάβω πού ακριβώς χάνονται τα όρια μεταξύ υλικής πραγματικότητας και κάποιων άλλων “πραγματικοτήτων” που έχω αντιληφθεί να συνυπάρχουν στην υπέροχη ζωή μου.

Πριν όμως, θα κάνω μία μικρή, αλλά αναγκαία παρένθεση.

Υπάρχουν κάτι τύποι ανθρώπων, που νομίζουν ότι ¨έχουν να πουν πράγματα¨. Τέτοιος τύπος είμαι κι εγώ, και αυτός είναι ο λόγος που διατηρώ αυτό το blog.

Πριν πάρω την απόφαση αυτή – δηλαδή να εκτεθώ σε περισσότερο κόσμο – έκανα κι εγώ συζητήσεις με τους φίλους μου “επί παντός επιστητού” και φυσικά τα “επιστημονικοφανή” θέματα είχαν την τιμητική τους. Όλες οι κουβέντες ακροβατούσαν επικίνδυνα μεταξύ αερολογίας, επιπολαιότητας και πηχτής μαλακίας, μέχρι που αποφάσισα να σταματήσω οριστικά να συμμετέχω, γιατί το αδιέξοδο ήταν πάντα η απάντηση σε όλα τα “σημαντικά” ερωτήματα. Παρότρυνα λοιπόν τους συνδαιτυμόνες να συνεχίσουμε να παίζουμε trivial και να μην ξεκινήσουμε κουβεντολόι παπαρολογίας ίσα ίσα για να μην πάμε για ύπνο.

Έτσι λοιπόν ερωτήματα όπως: “Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο;”, “Πού μας οδηγούν οι σκουληκότρυπες;” και “Που στο διάολο πήγε ο αναπτήρας μου;” έλαβαν από μένα μία και οριστική απάντηση: ΧΕΣΤΗΚΑ!

Ο προηγούμενος χρόνος ήταν για μένα πολύ σημαντικός, γιατί αναθεώρησα τα πάντα που είχαν βρεθεί τροχοπέδη στην αντίληψή μου για τον κόσμο. Ενοχές, τύψεις, καθωσπρεπισμός και ψεύτικη ευγένεια, τα έβαλα σε μία σκουληκότρυπα και πήραν τον δρόμο τους για το παρελθόν. Πετώντας όλα αυτά τα άχρηστα συναισθήματα και συμπεριφορές, αποκαλύφθηκε μπροστά μου ένας καινούριος κόσμος, πολύ πιο απλός και πολύ πιο αληθινός. Ο πραγματικός κόσμος. Η δική μου πραγματικότητα. Έπρεπε να την ανακαλύψω και να καλύψω τα κενά που είχα αποκτήσει τα περασμένα χρόνια. Όλα τα περασμένα χρόνια.

Έπρεπε λοιπόν να μάθω απ την αρχή την προπαίδεια της ζωής μου και αυτό δεν ήταν καθόλου βατό πρότζεκτ, δεδομένου ότι μεγάλωσα και δεν αφομοιώνω πια με ιδιαίτερη ευκολία. Σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια, πληγώθηκα και πλήγωσα, αλλά αυτό ήταν το τίμημα της αλήθειας. Της δικιάς μου αλήθειας. Εγωιστικό; Καθόλου!

Η δικιά μας αλήθεια εξάλλου, επηρεάζει τα πάντα γύρω μας και αυτό είναι η μαγεία της ζωής.

Ο αποστειρωμένος, αποστασιοποιημένος και φοβισμένος άνθρωπος με το ζόρι επηρεάζει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Πόσο μάλλον τους υπόλοιπους. Έτσι λοιπόν τώρα, που μαθαίνω την προπαίδεια του οκτώ, πήρα την απόφαση να εκτεθώ, να εκφραστώ ελεύθερα και ότι βρέξει ας κατεβάσει.    Θα προσπαθήσω λοιπόν να αντιληφθώ την πραγματικότητα μου και να υπηρετήσω την αλήθεια μου. Με αφορμή όμως ποιό ερώτημα; Κάποιο από τα παραπάνω ή Θα ανακαλύψω τον θεό και τις μετενσαρκώσεις του Βούδα; Φυσικά και όχι.

Το αμείλικτο ερώτημα που γεννήθηκε τον τελευταίο χρόνο είναι απλό στη διατύπωση, αλλά πολύ δύσκολο να απαντηθεί:
“Υπάρχει ζωή μες τη ζωή;”

Τέλος της παρένθεσης – της όχι και τόσο μικρής τελικά.

Επανέρχομαι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: “Μέχρι πού φτάνει η πραγματικότητά μας;”

Το πως αντιλαμβάνεται ο καθένας την πραγματικότητα διαφέρει πολύ και έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες. Βασικός και πρωταρχικός είναι η εμπέδωση της δικιάς μας αλήθειας και πως τοποθετούμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο.

Εάν αποφασίσουμε να είμαστε “μικροί”,  τότε και η πραγματικότητά μας θα είναι περιορισμένη μεταξύ τουαλέτας και γαμησιού. Ενώ εάν προσπαθήσουμε να γίνουμε “μεγάλοι”, τότε το γαμήσι γίνεται έρωτας, το φαΐ απόλαυση και η πραγματικότητά μας δεν έχει πια περιορισμούς.

Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα σταματάει εκεί που οι εμπειρίες μας τελειώνουν και η γνώση μας στερεύει.

Κάποιοι από μας, ζουν σε περισσότερες από μία πραγματικότητες. Άλλοι πάλι, σε μία. Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί υποβίβασαν τους εαυτούς τους στην κατάντια του “μαμ, κακά και νάνι” και δεν το έχουν πάρει χαμπάρι. Όμως υποσυνείδητα η ανθρώπινη φύση ψάχνει για “νόημα”, και εκεί έρχεται η “αγαπημένη” μας τεχνολογία για να “δημιουργήσει” νέες πραγματικότητες και να προσθέσει το μεδούλι που λείπει στα άδεια μας κόκαλα.    

Ένας ολόκληρος πλασματικός κόσμος μας χρίζει πρωταγωνιστές της ανάλυσης της οθόνης του κινητού μας τηλεφώνου. Άδεια κουφάρια της ζωής, αποκτήσαν like και share και πλέον δε μασάνε πουθενά. Ποστάρουν πλαστικές φωτογραφίες και αποσπάσματα ποιητών με την ίδια ευκολία που πάνε για χέσιμο και η τεχνολογία τους επιβραβεύει, όχι γιατί ανάρτησαν Αναγνωστάκη, αλλά γιατί κέρδισαν “αποδοχή”.

Ο ανοχύρωτος άνθρωπος επιτέλους βρήκε την πραγματικότητά του και “κάνει παιχνίδι” εκεί. Κανένας πια δεν μπορεί να τον κρίνει για την αμάθεια του και τις πλαστικές του φωτογραφίες, γιατί έγινε θρασύς και επικίνδυνος. Η αξία του μετριέται με like και καρδούλες και όχι με ουσιαστική καλλιέργεια και πραγματικά συναισθήματα. Ο ανοχύρωτος άνθρωπος είναι ωραιοποιημένος, ρηχός και καθόλου ευαίσθητος. Όσο πιο πλαστικοποιημένος φαίνεται, τόσο πιο χαρούμενος γίνεται.  Δεν μπορεί να αντιληφθεί τη ζωή όπως είναι, παρά μόνο την “ζωή” που του επιβάλει ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Περιόρισε την πραγματικότητά του μέσα σε μία οθόνη, στους καλλίγραμμους κώλους και τα αποφθέγματα “του κώλου”. Πλέον δεν γνωρίζει τίποτα άλλο.

“Γιατί μας τα λες όλα αυτά ρε φίλε;” θα αναρωτηθείτε. 

Είναι η γνώμη μου και έχω δικαίωμα να την έχω και να την εκφράζω. Ο δρόμος προς την αλήθεια μου ήταν δύσκολος και επίπονος, αλλά προσπάθησα και προσπαθώ ακόμα να τον περπατήσω. Ανακάλυψα τον τρόπο να βάλω “ζωή μες τη ζωή μου” και δεν το αλλάζω με τίποτα αυτό. Ανακάλυψα τον τρόπο να ζω σε πολλές πραγματικότητες και θα το μεταδώσω όπως μπορώ και σε όσους μπορώ. Διάβασα, ερωτεύτηκα, έκλαψα, λυτρώθηκα και συνεχίζω.

Η αλήθεια κρύβεται μέσα στο μυαλό μας και γεννά άπειρες πραγματικότητες να ανακαλύψουμε.

Η τεχνολογία είναι ένα υπέροχο όπλο για να μας βοηθήσει να ζήσουμε έξω απ’ αυτή και όχι για να ζήσουμε μέσα σ’ αυτή.

Ας εργαστούμε με τη βοήθεια της τεχνολογίας, ας διασκεδάσουμε, αλλά όχι να ερωτευτούμε. Ας διαβάσουμε όλο το ποίημα του Αναγνωστάκη και που ξέρετε, μπορεί να βρούμε και άλλο απόσπασμα να ποστάρουμε, αλλά θα το έχουμε κάνει εμείς, με γνώση, και για συγκεκριμένο λόγο.

Εγώ πάντως το αποφάσισα: Θα διαβάζω όλο το ποίημα, θα απολαμβάνω το φαγητό μου, θα αγαπάω με ένταση και θα ζω κάθε στιγμή με την αλήθεια μου και τις πάρα πολλές πραγματικότητές της. Θα καβαλήσω το πυροτέχνημα της ζωής και θα πάω όσο πιο ψηλά γίνεται.

Και όταν αυτό χαθεί στην ξαστεριά, θα έχω ήδη ζήσει μία πραγματικότητα σκέτο θέαμα.