ΟΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΕΣ – Κεφάλαιο 1ο

Το νησί άρχισε να ξεχωρίζει λίγο πιο γκρίζο, απ΄ τη μουντάδα του καιρού.
Το πλοίο πλησίαζε και σε λιγότερο από μία ώρα οι συντηρητές θα πατούσαν επιτέλους σε σταθερό έδαφος.
Δεν είναι εύκολο το ταξίδι με καράβι σ’ αυτά τα νερά, τον χειμώνα.

H “Μύτη” δημιουργήθηκε από έναν μεγάλο σεισμό, εκατομμύρια χρόνια πίσω, όταν καταβυθίστηκε το μεγαλύτερο μέρος ενός τεράστιου ορεινού όγκου, που δέσποζε βόρεια του Ιονίου πελάγους.
Το νησί Ρίνη, όπως είναι η επίσημη ονομασία του, στέκει από τότε μοναχό του και θεόρατο μέσα στο πέλαγος, να το γλύφουν οι άνεμοι και να το σκεπάζει το χιόνι, χειμώνα –  καλοκαίρι.

Ο ταξιδιώτης που προσεγγίζει το νησί, αντικρίζει μία τεράστια γαλλική μύτη να εξέχει από το νερό και φαντάζεται ότι το υπόλοιπο σώμα της γιγαντιαίας κοπέλας είναι ξαπλωμένο υποθαλάσσια και ξεκουράζεται στους αιώνες, περιμένοντας να έρθει η κατάλληλη στιγμή για να ξυπνήσει.

Η καμπύλη της “Μύτης” είναι γλυκιά σαν τεράστια τσουλήθρα, ενώ το κόψιμό της είναι απότομο και αυστηρό και ορθώνεται σε ύψος χιλίων επτακοσίων μέτρων από τη θάλασσα. Την κορυφή της “Μύτης” δεν έχει καταφέρει κανένας να την κατακτήσει, καθώς είναι πάντα χιονισμένη και οι καιρικές συνθήκες είναι από τις πιο επικίνδυνες του πλανήτη, κυρίως λόγω των παγωμένων θυελλωδών ανέμων.

Στην κομψή καμπύλη της “Μύτης”, εκτείνεται ένα πυκνό δάσος με τεράστια ποικιλία σε κωνοφόρα δέντρα, που γεννιέται από τη θάλασσα και πεθαίνει εκεί που ξεκινούν τα χιόνια. Ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο υπάρχει ο μοναδικός οικισμός του νησιού το “Σπυρί”, που φιλοξενεί καμιά τρακοσαριά κατοίκους, σύμφωνα με την πρώτη και τελευταία απογραφή που έγινε το 1982.

Το επικρατέστερο σενάριο για το όνομα του οικισμού είναι ότι ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Άγιου Σπυρίδωνα, που είναι εξαιρετικά δημοφιλής στα βόρεια νησιά του Ιονίου, και όχι από την γνωστή έκφραση: “είσαι σα σπυρί στη μύτη”, που είναι επίσης πολύ δημοφιλής μεταξύ των κατοίκων του νησιού.

Ο Πέτρος Αυδής και η νεαρή γυναίκα του Αγνή, συντηρητές έργων τέχνης του υπουργείου πολιτισμού, επιτέλους έφταναν στο νησί. Ο καιρός, τους τα είχε χαλάσει για τα καλά και το επαγγελματικό ταξίδι τους είχε μετατραπεί σε εφιάλτη. Ο καπετάνιος του καταμαράν τους είχε προειδοποιήσει: “Δε θα πνιγούμε, αλλά μπαίνετε με δική σας ευθύνη!”.

Τα εννιά μποφόρ μετέτρεψαν το ταξίδι σε παιχνίδι του λούνα παρκ. Σαν να μην έφτανε όλο αυτό, το πλοιάριο σταμάτησε αρόδου και μία μικρή ψαρόβαρκα παρέλαβε τους δύο επιβάτες για να τους μεταφέρει στο νησί.
“Μόνο εμάς παραλάβατε;” ρώτησε η Αγνή τον βαρκάρη.
“Εδώ και δέκα χρόνια δεν έχω παραλάβει κανέναν” απάντησε ο ψαράς απότομα και έληξε τη συζήτηση.

Στη μικρή και μοναδική προβλήτα του νησιού τους περίμενε ο παπά-Λάμπρος, ένας γλυκύτατος μεσήλικας κληρικός. Υποδέχτηκε χαμογελαστός τους δύο ταξιδιώτες και αφού πήρε τις αποσκευές της Αγνής, κίνησε για τον οικισμό.
“Είναι λίγο μακριά, αλλά θα σας αποζημιώσει η διαδρομή. Αυτό το μέρος το έφτιαξε ο Θεός με τα ίδια του τα χέρια” και με γοργό βήμα ανηφόριζε τον πετρόστρωτο δρόμο.
“Μας περιμένει κάποιο αυτοκίνητο, πάτερ;” ρώτησε ο ήδη λαχανιασμένος Πέτρος.
“Αυτοκίνητο; Σε ποιους δρόμους; Δεν έχει πατήσει ποτέ αυτοκίνητο στο νησί αυτό. Τί να το κάνουμε; Στο χωριό όλα είναι κοντά!” είπε γελώντας ο παπάς απαντώντας σε όλες τις υποθετικές ερωτήσεις και συνέχισε το περπάτημα.

Η διαδρομή ήταν υπέροχη.
“Δίκιο είχε ο τραγόπαπας, το μέρος είναι συγκλονιστικό!” σκέφτηκε η Αγνή.
Διέσχισαν όλο το δάσος και ένιωσαν στο πετσί τους τη δραματική πτώση της θερμοκρασίας. Είδαν μέσα σε μία ώρα πως τα αλμυρίκια γίνονται πεύκα και τα κυπαρίσσια έλατα.

Ο οικισμός “Σπυρί” φάνηκε από τους καπνούς των τζακιών των χιονισμένων σπιτιών.
Το χιόνι είχε κάνει την εμφάνισή του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μόλις οι ταξιδιώτες και ο παπά-Λάμπρος πέρασαν τα πεντακόσια μέτρα υψόμετρο. Ο οικισμός ήταν το πρώτο και τελευταίο απομεινάρι πολιτισμού στο νησί και από κει και πάνω κυριαρχούσε μόνο το άσπρο. Πυκνό απάτητο χιόνι μέχρι την κορυφή της “Μύτης”.

“Θα μείνετε στο σπίτι της κυρ-Ασπασίας”, τους ανακοίνωσε ο παπάς, “Ο γιος της ο Σπύρος είναι πολύ φιλότιμο παιδί και θα σας βοηθήσει σε ότι χρειαστείτε. Ξεκουραστείτε τώρα, γιατί είχατε δύσκολο ταξίδι και ελάτε να με βρείτε αύριο το πρωί στην εκκλησία – πρώτα ο Θεός – για να ξεκινήσετε τη δουλειά σας”.


Η υπηρεσία βυζαντινών αρχαιοτήτων, κατ΄ εντολήν της ίδιας της προϊσταμένης, ανάθεσε στους δύο συντηρητές να αναλάβουν την αποκατάσταση των τοιχογραφιών του μοναδικού ναού που βρίσκεται στο νησί.
“Δεν έχω και πολλά να σας πω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι η εικονογράφηση παρουσιάζει τεράστιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, αλλά είναι σε άθλια κατάσταση. Μόλις φτάσετε, εκτιμήστε και ενημερώστε με. θα σας καθοδηγήσω τότε”.
Αυτά ήταν τα μόνα στοιχεία που είχαν οι ταλαιπωρημένοι ταξιδιώτες.

Η κυρ-Ασπασία καλοδέχτηκε το ζευγάρι και τους έδειξε το μικρό ζεστό δωμάτιό τους. “Ελπίζω να μην αξίζουν τον κόπο και να σηκωθούμε να φύγουμε από δω”, είπε η Αγνή για τις τοιχογραφίες και μετά βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο.

ΤΕΛΟΣ 1ου ΜΕΡΟΥΣ