ΟΤΑΝ ΘΑ ΒΑΛΕΙΣ ΤΑ ΧΑΚΙ : ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Θα κάνεις τη βασική εκπαίδευση και μετά θα έρθεις στο τάγμα των μουσικών, εδώ στην Αθήνα» με διαβεβαίωσε ο ταξίαρχος θείος μου, προσπαθώντας να απαλύνει λίγο το άγχος μου για την στράτευση. Δέκα μέρες μετά, θα παρουσιαζόμουν στο τάγμα νεοσυλλέκτων στο Μεσολόγγι.

Η μάνα μου και ο πατέρας μου είχαν “καρφωμένο” ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής.  Aπό την Αθήνα μέχρι το Μεσολόγγι δεν υπήρξε στιγμή που να τους δω σοβαρούς: «Κοίτα Κατερίνα μία αναποδογυρισμένη νταλίκα γεμάτη βενζίνη στη μέση του δρόμου!» είπε χαμογελαστός κάποια στιγμή ο πατέρας μου στη μάνα μου, λίγο μετά το Αντίριο. «Πράγματι Νίκο μου, ελπίζω ο καταπλακωμένος οδηγός που σφαδάζει ανάμεσα στις λαμαρίνες να καταφέρει να σωθεί!» συμπλήρωσε σχεδόν λυμένη στα γέλια η μάνα μου.

Αυτή η περίεργη συμπεριφορά τους με τρόμαζε περισσότερο από το γεγονός  ότι σε τρεις ώρες θα βρισκόμουν εσώκλειστος σε ένα πέτρινο κτίριο με άλλους διακόσους μαντραχαλέους.
Οι γονείς μου, ίσως να ένιωθαν περήφανοι που ο κανακάρης τους θα υπηρετούσε την πατρίδα (πράγμα του το αποκλείω μετά βδελυγμίας) ή έβλεπαν την κατάστασή μου και προσπαθούσαν να με κάνουν να νιώσω καλύτερα. Πάντως, στο δεύτερο (και επικρατέστερο) σενάριο είχαν αποτύχει παταγωδώς.

Ο συνωστισμός που επικρατούσε έξω από το κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων ακολουθούσε  με ακρίβεια το γνωστό μοτίβο του ελληνικού δημοσίου: Ουρές από νέουρες να περιμένουν έξω απ’ την πύλη του στρατόπεδου κρατώντας το χαρτί της κλήσης τους ανά χείρας και πέντ’ έξι μονιμάδες να προσπαθούν να ελέγξουν και να κατατοπίσουν τους υποψήφιους προστάτες της μαμάς πατρίδας.

Παραδίπλα της κύριας πύλης, κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά, χαριεντιζόντουσαν με τους πιο ψύχραιμους από μας και δεν άργησε να διαδοθεί η φήμη ότι η Μεσολογγίτισσες φροντίζουν να κάνουν τις γνωριμίες τους με το νέο αίμα φαντάρων, αφού οι “παλιοί” είχαν ήδη λιγοστέψει επικίνδυνα και δεν μπορούσαν να τηρηθούν οι αναλογίες. Και ως γνωστόν οι αναλογίες είναι το παν είτε βρίσκεσαι στο Μεσολόγγι, είτε οπουδήποτε αλλού. Μετά καταντάει επικίνδυνο – ή στην τελική – χάνει το ενδιαφέρον του.

Κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, ήρθε και η δική μου η σειρά να περάσω την πύλη. Ιδρωμένος μέχρι το κόκαλο και με ψυχολογία θανατοποινίτη, έφτασα μπροστά σε έναν στρατονόμο ο οποίος κράτησε το χαρτί της κλήτευσης και την πολιτική μου ταυτότητα: «Θα πάρεις στρατιωτική ταυτότητα τώρα. Αυτή θα την ξαναπάρεις αν απολυθείς!» μου μήνυσε κραδαίνοντάς την και έβαλε τα γέλια. «Ακολούθα τους άλλους και όχι πολλά- πολλά!» με διέταξε ψαρωτικά.

Δεν έφτασα και πολύ μακριά, καθώς η σειρά από τους σκυθρωπούς νεαρούς είχε φτάσει κοντά στην πύλη.
«Τι έχει σειρά τώρα;» ρώτησα τον μπροστινό μου δήθεν ψύχραιμος.
«Ξέρω γω ρε φίλε; Άσε με στον πόνο μου. Η Αντωνία, θα μού γαμηθεί τώρα, γαμώ τους κωλότουρκους γαμώ, που μας έχουν στην τσίτα!»
Αμέσως κατάλαβα ποιος θα ήταν ο πρώτος υποψήφιος για αναβολή. Ο συνάδελφος είχε μεγάλο χαβά με την Αντωνία του και είχε πολύ λογικά εξάγει το συμπέρασμα ότι η Αντωνία θα γαμηθεί, γιατί οι Τούρκοι μας έχουν στην τσίτα. Σε διαφορετική περίπτωση η Αντωνία θα έστεκε δίπλα του ως υπόδειγμα πίστης και αφοσίωσης.

Μία ώρα μετά πέρασα την πόρτα ενός τεράστιου κτιρίου και αντίκρισα το μεγαλύτερο δοκιμαστήριο ρούχων που είχα δει ποτέ μου.
Δεκάδες νεοσύλλεκτοι δοκίμαζαν παραλλαγές, άρβυλα και στολές εξόδου. Αφού έβρισκαν τα νούμερά τους, τα στοίβαζαν μέσα σε έναν τεράστιο σάκο και έβγαιναν από την πίσω πόρτα, ποιος ξέρει για πού.
Σε κείνο το σημείο θυμήθηκα την συμβουλή του θείου μου – του ταξίαρχου – που με είχε πληροφορήσει ότι καλό είναι να πας νωρίς το πρωί να παρουσιαστείς, και όχι το μεσημέρι.
Το πάνω μέρος της παραλλαγής που βρήκα ήταν τουλάχιστον τρία νούμερα μεγαλύτερο και τα άρβυλα οριακά δεν μου έλιωναν τα μεγάλα νύχια του ποδιών. «Χέστηκα, δεν πάω και για φωτογράφηση» σκέφτηκα.

Μετά το fitting, ένας αρχιλοχίας, μας μάζεψε σε μία αλάνα και μας οδήγησε σε μία καινούρια σειρά: «Εδώ αγόρια θα μάθουμε ποιος την “κουνάει την αχλαδιά”» είπε μειδιώντας και έπιασε τον πρώτο στη σειρά από τον ώμο: «Δε μου λες; Εσύ είσαι λουλού;» τον ρώτησε.
Όντως ο πρώτος δε φαινόταν και πολύ φανατικός, αλλά βρήκε την ψυχραιμία και του απάντησε: «Τι ρωτάς, δεν ξέρεις; Εσύ τους καταλαβαίνεις από μακριά!».
Για κάποιο λόγο, από κείνη τη στιγμή ο αρχιλοχίας έκοψε τα κακόγουστα αστεία και απλά μας συντόνιζε για να μην μπούμε όλοι μαζί στους γιατρούς.

Ξαναγδυθήκαμε, μας έκαναν μια υποτυπώδη εξέταση, μας κάρφωσαν δυο – τρία εμβόλια και ούτε κωλοβυθόμετρο, ούτε τίποτα τέτοιο. «Εκσυγχρονίστηκε και ο στρατός» σκέφτηκα, «έγινε γκέι φρέντλι. Όλοι έχουν πια το δικαίωμα σ’ αυτή τη μαλακία»

Θα ορκιζόμασταν νωρίτερα λόγω της επετείου της Εξόδου του Μεσολογγίου. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι τρέχαμε σαν τους τρελούς να ολοκληρώσουμε τη βασική εκπαίδευση.
Και από αγγαρείες, άλλο τίποτα: Γόπινγκ, σκούπισμα στην άμμο, μάζεμα πευκοβελόνων και άλλα τέτοια σημαντικά για την άμυνα της χώρας.
Το χειρότερο όμως ήταν οι τουαλέτες.

Οι τουαλέτες του κέντρου νεοσυλλέκτων είχαν την ιδιαιτερότητα ότι για να κατουρήσεις έπρεπε να είσαι απ΄ έξω. Δεν πλησιαζόντουσαν για κανένα λόγο. Ένας – δύο τολμηροί που αποφάσισαν να μπουν μέσα να κάνουν την ανάγκη τους είναι ακόμα με ψυχιατρική αγωγή.
Ποντίκια σα γάτες, κατσαρίδες, ψόφια σκυλιά, όλα τα έβρισκες με το που πέρναγες την πόρτα. Το χειρότερο όμως ήταν η μυρωδιά.

Εκεί η μυρωδιά είχε υπόσταση. Την έβλεπες κανονικά να αιωρείται στον χώρο με ένα υποπράσινο χρώμα και με πρώτη ευκαιρία τρύπωνε στη μύτη, προκαλώντας σου τάσεις αυτοκτονίας.

Παράλληλα με την παρωδία που βιώναμε στο τάγμα, υπήρχαν και καλές στιγμές. Η πρώτη ήταν που ήρθε ένας εργολάβος οικοδομών και έθαψε με χώμα τις περιβόητες τουαλέτες: «Να τις γκρεμίσω; Αποκλείεται! Θα φύγει από κει μέσα η πανίδα και θα καταλάβει όλη τη δυτική Ελλάδα. Εγώ δε θα γίνω υπεύθυνος για την πανούκλα που θα επακολουθήσει!» τον άκουσαν κάτι συνάδελφοι του 1ου γραφείου να λέει στον διοικητή.

Η δεύτερη και καλύτερη στιγμή, αφορούσε εμένα:
Μην έχοντας ξαναπιάσει ποτέ όπλο στη ζωή μου, κατάφερα να πετάξω τα μάτια έξω σε κάτι στρατόκαβλους μονιμάδες πετυχαίνοντας δέκα στις δέκα βολές με την πρώτη. Όσο και αν προσπάθησαν να το υποβαθμίζουν ως γεγονός, τόσο εγώ πείσμωνα και στόχευα στο κέντρο.
«Θα πάρεις τιμητική» μου έλεγαν οι συνάδελφοι και εγώ καμάρωνα σαν το παγώνι.

Όλα αυτά με είχαν κάνει να καταπίνω λίγο πιο εύκολα το χάπι της στράτευσης, μέχρι που αντί για τιμητική άδεια, πήρα “τιμητική μετάθεση” στα “σύνορα”.

Το φύλο πορείας μου, έφτασε εσπευσμένα στο τάγμα νεοσυλλέκτων και αμέσως μετά την ορκωμοσία, δίχως να μπορώ να κάνω χρήση της τριήμερης άδειας, που παραδοσιακά δινόταν, βρέθηκα στο λιμάνι του Πειραιά και επιβιβάστηκα στο πλοίο “Ροδάνθη”.
Δεκατέσσερις ώρες μετά αποβιβάστηκα στο λιμάνι της Ρόδου.

Περίμενα στο λιμάνι, σύμφωνα με τις οδηγίες που μου είχαν δοθεί από τον διοικητή μου στο Μεσολόγγι. Είχε φτάσει μεσημέρι και κανένα στρατιωτικό όχημα δεν είχε φανεί ώστε να με παραλάβει. Πιθανόν θα μπορούσα να μεταβώ μόνος μου στο τάγμα, αλλά το φύλλο πορείας, παραδόξως δεν το ανέφερε.
Το μόνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ένα μαύρο πολιτικό τζιπ, με φιμέ τζάμια, που βρισκόταν παρκαρισμένο απέναντι από την μπουκαπόρτα του πλοίου, σχεδόν από την ώρα της άφιξης.

Είχα ξεροσταλιάσει να περιμένω και ήμουν έτοιμος να αρχίσω τα τηλέφωνα στον θείο μου, προκειμένου να με συμβουλέψει για τα επόμενα βήματά μου, ώσπου άκουσα τη μηχανή του τζιπ να παίρνει μπρος και έναν νεαρό τύπο να ξεπροβάλει από τη θέση του συνοδηγού: «Ο Ιωάννης Ζουμπούλης; Ο στρατιώτης Ιωάννης Ζουμπούλης;» με ρώτησε ο νεαρός.

Στο τζιπ μέσα ήταν άλλοι δύο, μόνιμοι αξιωματικοί του ελληνικού στρατού.
Στη διαδρομή για το “κολλέγιο” – έτσι αποκαλούσαν το τάγμα που με πήγαιναν – έμαθα όλες τις πληροφορίες που μου έλειπαν. 

«Είχαμε να δούμε τέτοια ποσοστά, πάρα πολλά χρόνια» μου είπε ένας από τους αξιωματικούς. «Επανειλημμένως 10 στα 10 ρε ψάρακα;» συνέχισε και μου χτύπησε τον ώμο.

Μετά από καμιά ώρα φτάσαμε στον προορισμό μας, που καθόλου δε θύμιζε το απαίσιο κέντρο παρουσιάσεως στο Μεσολόγγι.

Ένα παλιό ενετικό χωριό απλωνόταν μέσα σε μία καταπράσινη κοιλάδα και ένα ορμητικό ποτάμι το χώριζε στα δύο.
Χιλιάδες κίτρινες πεταλούδες αναπαυόντουσαν πάνω στα παλιά κτίρια και ένας εντυπωσιακός μακρόστενος ναός δέσποζε με το πανύψηλο καμπαναριό του πάνω στην τεράστια γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες.
Εάν δεν ήμουν σίγουρος ότι ταξίδεψα για τη Ρόδο, κάλλιστα θα πίστευα ότι βρίσκομαι σε μία άλλη εποχή και μία άλλη χώρα.

«Από την απέναντι μεριά του ποταμού, είναι οι διοικητικές υπηρεσίες και από δω οι λόχοι» μου διευκρίνισε ο ένας από τους δύο αξιωματικούς. «Πήγαινε, βρες ένα κρεβάτι και αύριο το πρωί σε περιμένουμε στην αναφορά. Μη βιαστείς να ξυπνήσεις, κατά τις 10 μαζευόμαστε»

Ύπνο δεν είχα φυσικά. Όλη τη νύχτα το μυαλό μου τριβέλιζε μία και μόνη σκέψη: Γιατί βρέθηκα στην Ρόδο και γιατί ειδικά σε αυτό το τάγμα;
Επειδή τελείως ηλίθιος δεν ήμουν, με δυσκολία έχαψα το παραμύθι περί ευστοχίας. Και τι έγινε που στόχευα καλά; Μήπως θα βρισκόμουν ξάφνου εμπλεκόμενος σε κάποια πολεμική σύρραξη ή μήπως θα βοηθούσα εδώ τους ντόπιους στο κυνήγι;
Εξ όσων γνώριζα για την Ρόδο, το μόνο κυνήγι που γινόταν εδώ ήταν της Φινλανδής τουρίστριας, αλλά ούτε όπλο χρειαζόταν, ούτε και είχε ανοίξει η κυνηγετική περίοδος.

Κατά τις έντεκα το πρωί, άρχισαν να αχνοφαίνονται τα πρώτα σημάδια ζωής στο τάγμα. Κάτι πάλιουρες με κάτι σύχρηστες  παραλλαγές και αξουρισιά ναυαγού σε ερημονήσι, έσερναν τα λυμένα άρβυλά τους στο χώμα, ενώ χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με νεύματα. Σαν υπνωτισμένοι έσκαγαν μύτη από τους λόχους τους και με συγχρονισμό ζόμπι κατευθυνόντουσαν όλοι προς άγνωστη κατεύθυνση που αμέσως μετά διαπίστωσα πως είναι το ΚΨΜ. 

Μετά από λίγη ώρα το Κέντρο Ψυχαγωγίας Μονάδος είχε γεμίσει τσιγαρίλα και φωνές. Ο καψιμιτζής μετά βίας προλάβαινε τις παραγγελίες των φραπέδων, ενώ από κάπου ακουγόταν και μία μουσική που πάσχιζε να επιβληθεί των γαϊδουροφωνών των στρατευμένων, που μίλαγαν για γκόμενες που είχαν γαμήσει ή για μπάλα.  Εκεί κάπου βρήκα την ευκαιρία και πλησίασα έναν δόκιμο, που με μεγάλη χαρά μου πρότεινε να κάτσω στο τραπέζι του: «Είσαι ο καινούριος;» με ρώτησε. Αφού κάναμε τις απαραίτητες συστάσεις – Νίκο Δοδόπουλο τον έλεγαν – μιλήσαμε και για την κατάσταση στο τάγμα.
«Ούτε πρωινή αναφορά, ούτε τίποτα;» τον ρώτησα.
Μου εξήγησε ότι το “κολέγιο” δεν είναι σαν τις άλλες στρατιωτικές μονάδες της Ελλάδας, επειδή εδώ μαζεύεται η ανφάν γκατέ των εφέδρων. 
«Δείξε μου έναν και θα στο αποδείξω» με παρότρυνε μόλις είδε την δυσπιστία στο βλέμμα μου.
«Αυτός εκεί ο κοκκινομάλλης τι μέρος του λόγου είναι;» δεν έχασα την ευκαιρία και ρώτησα.
«Α, ο κοκκινοτρίχης ο Πετειναράκης; Αυτός είναι από ένα κωλοχώρι στην Κρήτη και έχει δηλώσει ότι δε θέλει να ξαναγυρίσει εκεί γιατί θα τον καθαρίσει ο άντρας μιας παντρεμένης που κουτούπωσε» «Και τι αξιοπερίεργο κάνει αυτός και είναι εδώ με την ανφάν γκατέ, όπως λες;»
Ο Δοδόπουλος με πλησίασε συνωμοτικά: «Αυτός μαλάκα μου, μπορεί να μείνει όρθιος και ξύπνιος τρία εικοσιτετράωρα συνεχόμενα. Δεν ξέρω πως το κάνει ο πούστης!» μου είπε με θαυμασμό.
Όσο το βλέμμα μου έψαχνε για τον επόμενο που θα ρωτήσω σκέφτηκα ότι μάλλον εδώ είναι σα φωλιά ελαττωματικών τύπων, που έχουν κάποια ιδιαίτερη ικανότητα, κάτι σαν φρικ σόου, αλλά των ενδόξων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Η σκέψη αυτή δε με έκανε να νιώσω και περήφανος. Μέχρι πρότινος, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που οι βολές μου στο κέντρο με έστειλαν απευθείας εδώ, ένιωθα περήφανος για περίεργα πράγματα, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα επέτρεπα στον εαυτό μου να αισθανθεί την παραμικρή περηφάνια που αποτελούσα ένα νούμερο στο τσίρκο του ελληνικού στρατού. 

Τις σκέψεις μου διέκοψε μια ξαφνική αναταραχή. Οι μισοί είχαν ήδη σηκωθεί από τις καρέκλες τους και έτρεχαν προς την έξοδο, ενώ οι υπόλοιποι είχαν μείνει ακίνητοι και κοίταζαν στο κενό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα τον Δοδόπουλο.
«Εξαφανίστηκε από την σκοπιά του ο “Αντωνίας”!»
«Ο ποιος;»
«Ο Ζησιμόπουλος! “Αντωνία” τον φωνάζουμε γιατί η γκόμενά του λέγεται Αντωνία»

Χωρίς να κάνω κανέναν συσχετισμό με το Μεσολόγγι, έτρεξα κι εγώ ξοπίσω απ’ τον Δοδόπουλο.
«Δεν πρέπει να εξαφανιστεί ο Αντωνίας!» μονολογούσε καθώς έτρεχε. «Ε μα την καριόλα, τον είχε ψοφήσει στο κέρατο!»

Και τότε θυμήθηκα. Και δε θυμήθηκα μόνο τον Ζησιμόπουλο και την κλάψα του την πρώτη μέρα στο κέντρο, αλλά και ότι δεν το ξαναείδα ποτέ από τότε. 

Μόλις φτάσαμε στη σκοπιά κατάλαβα και τον λόγο που ο  “Αντωνίας” δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να εξαφανιστεί. Για την ακρίβεια, ο “Αντωνίας” δεν έπρεπε να κουνηθεί ούτε ένα μέτρο από το λείψανο, όχι να το πάρει και να φύγει!

ΤΕΛΟΣ  Ά ΜΕΡΟΥΣ