Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ, Ο ΓΙΟΣ & Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ

ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ

Ξύπνησα ζωσμένος στη θέση μου, με φρικτό πονοκέφαλο. Απασφάλισα τη ζώνη μου και στάθηκα δειλά στα πόδια μου. Με μια πρώτη ματιά όλα φαινόντουσαν εντάξει στην αίθουσα, εκτός απ΄ αυτή την παλλόμενη κόκκινη ένδειξη στον πίνακα ελέγχου: ΟΞΥΓΟΝΟ / 2 ΜΕΡΕΣ.
Αναστατώθηκα. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα πού μπορεί να βρισκόμασταν και οι δύο μέρες επάρκεια σε ανάσες μπορεί να είναι πολλές, αλλά και τίποτα. Κοίταξα το ρολόι μου. Είχαν χαθεί μόλις δύο ώρες από την τελευταία φορά που το είχα ξανατσεκάρει, άρα μικρό το κακό.

Ήρεμος πια, περπάτησα ως το στρογγυλό παράθυρο. Μια γαλάζια μικρή σφαίρα ξεχώριζε κάπου μακριά και φυσικά εγώ, που στο στρογγυλό φινιστρίνι αντικατοπτριζόταν η θαμπή φάτσα μου. Σκέφτηκα τον σκοπό μου: Η μικρή γαλάζια σφαίρα έπρεπε να μεγαλώσει και το θολό μου πρόσωπο να εξαφανιστεί.

Οι πιο χρήσιμες – χαμένες – δύο ώρες ήταν μπροστά μας. Έπρεπε να τις καταναλώσουμε πιο γρήγορα απ’ τις ανάσες μας για να βρεθούμε πάλι πίσω. Να μπούμε ξανά σε τροχιά και έπειτα να ακολουθήσει το δύσκολο έργο της προσθαλάσσωσης. Μόνο στην αίσθηση, η μυρωδιά της θάλασσας ήταν αρκετή ώστε το εγχείρημα να φαντάζει εύκολο και η αρμύρα της θα μας αποζημίωνε για τις πενήντα μέρες που αιωρούμασταν στο “τίποτα”.
Είχα σκεφτεί πολλές φορές την παραδοξότητα του σύμπαντος. Ένα “τίποτα” τόσο μεγάλο, που περιείχε τα πάντα. Η θάλασσα, το γρασίδι, η αγάπη και ο θάνατος είναι μηδαμινές αξίες στο μεγαλείο του αλογάριαστου κατάμαυρου χάσματος.

Οι δύο συνταξιδιώτες μου, η Ίριδα και ο Αλέξανδρος, είχαν ήδη συνέλθει και έπρατταν τα προβλεπόμενα, ως καλοί στρατιώτες: Έλεγχος θέσης σκάφους και έλεγχος μηχανικών μερών. 
«Πρέπει να βιαστούμε!» τους ανακοίνωσα. «Ενεργοποιήστε τον επιταχυντή. Η γη μας περιμένει!». Ήταν διαταγή, αλλά και προτροπή ώστε να θυμηθούν αυτά που είχαν χάσει τόσες μέρες εδώ πάνω. Ήταν βέβαια και κάτι ακόμα: Όταν απομακρύνεσαι από την αγκαλιά της μάνας σου, το πρώτο που κυριαρχεί είναι ένας φόβος ότι όλα τελείωσαν και σε πολλές περιπτώσεις αυτό ισχύει. Η επιστροφή μας στη γη ήταν το ζητούμενο από τη στιγμή της αναχώρησής μας. Έπρεπε να γυρίσουμε στην αγκαλιά της, γιατί αλλιώς τι;
«Δεν έχει κανένα νόημα όλο αυτό Καπετάνιε!» φώναξε η Ίριδα και με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν εστίαζε πουθενά. Ένα βλέμμα που έμοιαζε θαμπό, σαν τη φάτσα μου στο φινιστρίνι. Στεκόταν σκυμμένη πάνω από των αναλυτή των χρονικών συντεταγμένων και σα να παρακαλούσε να έχει κάνει λάθος. Δεν είχε κάνει. Μόλις είχα διαπιστώσει και ο ίδιος το παράλογο. Ήταν βέβαιο ότι και οι τρεις μας θα χάναμε για πάντα αυτά που είχαμε αφήσει πίσω. Σκέφτηκα τον γιο μου και αμίλητος αποσύρθηκα στο “κελί” μου.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟΥ

“Κελί” το λέγαμε, αν και η ονομασία του δεν ήταν αυτή. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε επίσημη ονομασία. Μια μικρή καμπίνα ήταν με ένα άβολο κρεβάτι και μεταλλικά ήδη υγιεινής. Δεν διέφερε και πολύ από τα κελιά των μοναχών, αλλά πιο πολύ έμοιαζε με κελί μιας οικειοθελούς φυλακής­. Ξάπλωσα στο σκληρό στρώμα και με τη σκέψη μου “ταξίδεψα” το πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής. Ήταν ο μόνος τρόπος για να “δω” τελευταία φορά τον γιο μου.
Τον είδα να μου περιγράφει με περηφάνια τις σκέψεις του για το σύμπαν και τους νόμους που μας εξουσιάζουν. Ήταν – είναι ένα λαμπρό μυαλό ο γιος μου.
Και όπως σε όλα τα φωτισμένα μυαλά, θυμήθηκα τις στιγμές που η υπέροχη λογική του έκανε μία απότομη στροφή και από αξιοθαύμαστο πλάσμα μετατρεπόταν σε ένα μικρό φοβισμένο παιδάκι, που αναζητούσε ότι είχε χάσει μέσα στις κρυμμένες εσοχές του σκοτεινού άπειρου.
«… και εκεί πατέρα βρίσκεται ο Μπλε …» αυτό το όνομα είχε δώσει στον φανταστικό του πλανήτη «… και η μαμά περιμένει, είμαι σίγουρος».
Η ισορροπία μεταξύ λογικής και παραλόγου στο μυαλό του παιδιού μου είχε χαθεί μετά το συμβάν. Παρόλο που οι σκέψεις αυτές μου άφησαν μία γλυκόπικρη αίσθηση, χαμογέλασα για δεύτερη φορά σ’ αυτό το ταξίδι.
Πράγματι η ζωή είναι γλυκόπικρη. Ενώ καραδοκεί ο αφανισμός μου, κατάφερα να γελάσω μόνο και μόνο στη σκέψη αυτών που δε θα ξαναδώ ποτέ.

Τι θα γίνει μετά; Η μικρή κόρη της Ίριδας θα μεγαλώσει, θα σπουδάσει, θα ευτυχήσει; Η γυναίκα του Αλέξανδρου θα ξεπεράσει το σοβαρό πρόβλημα υγείας; Ο γιος μου, ο Γιάννης, θα καταφέρει να πείσει τον επιστημονικό κόσμο για την θεωρία του για το σύμπαν;

Το κελί άρχισε να με πνίγει καθώς εκείνη τη στιγμή μού αποκαλύφθηκε το μεγαλείο της θεωρίας του γιου μου. Δεν ξέρω αν έπεισε τελικά τους επιστήμονες, αλλά εμένα και τους δύο συνταξιδιώτες μου σίγουρα.
«Σκέψου πολύ απλά πατέρα! Όλα είναι κατασκευασμένα από απλά δομικά υλικά που στο τέλος χτίζουν ένα σύνθετο οικοδόμημα» μου έλεγε και το βλέμμα του έβγαζε φωτιές. «Φαντάσου ότι όλα μπορεί να έχουν γίνει πριν τα αντιληφθούμε».
Δεν ήμουν άσχετος με αυτά τα θέματα, αλλά μετά τον φρικτό θάνατο της μάνας του, ο Γιάννης δεν ήταν πια ο ίδιος. Είχα λοιπόν τις αμφιβολίες μου κατά πόσο ένα παιδί, που δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τις θετικές επιστήμες και τη φιλοσοφία, θα μπορούσε να αντιληφθεί – και κυρίως να εξηγήσει – την Αρχή. Την αρχή του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε.

Ένας αλητάμπουρας ήταν ο γιος μου που άλλαξε τη ζωή του σε μία στιγμή. Έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα και – μερόνυχτα άγρυπνος – κατάπινε τόμους φυσικής και μαθηματικών. Εν τέλει, ένα βράδυ, δύο χρόνια μετά, με φώναξε στο δωμάτιό του και μου ανακοίνωσε με σιγουριά ότι ξέρει που είναι η μάνα του.
«Πρέπει να αποδεχτείς ότι η μητέρα σου σκοτώθηκε. Θυμήσου, ήσουν κι εσύ εκεί εκείνη τη μέρα!». Και ενώ μάταια προσπαθούσα να τον πείσω για το πασιφανές, αυτός δεν με κοίταζε, δεν άκουγε, αλλά προετοίμαζε την μεγάλη του παρουσίαση. Την παρουσίαση της θεωρίας του στον άνθρωπο που του καθόριζε τη ζωή. Σε μένα.

«Πολύ πριν το Big Bang, η ιστορία του σύμπαντος είχε ήδη συμβεί κάπου έξω από τον υλικό μας κόσμο. Μόλις ο αριθμός των γεγονότων που συντελέστηκαν εκεί είχε υπερβεί κατά πολύ τον προκαθορισμένο αριθμό που το σύστημα αυτό άντεχε, τότε το αόρατο αυτό σύμπαν “έσκασε” και με την ενέργεια που εκλύθηκε τα “θραύσματα” του πέρασαν στον δικό μας υλικό κόσμο. Αυτό εμείς θα το αντιληφθούμε σαν το Big Bang. Όμως αυτό που εμείς βλέπουμε είναι ένα αποτύπωμα των γεγονότων που έχουν ήδη συμβεί στο παλιό σύμπαν και καταγράφηκαν πάνω σε μία παράξενη, μη ανιχνεύσιμη ουσία, που διαρρέει το δικό μας σύμπαν και εκλύθηκε με τη μεγάλη έκρηξη. Η παράξενη αυτή ουσία είναι ο αιθέρας».
«Και πώς αυτό συνδέεται με τη μητέρα σου;» απόρησα, αφού όλη του η έρευνα ξεκίνησε μόνο και μόνο για να απαλύνει την απώλεια.
«Είναι απλό πατέρα! Είμαστε όλοι στην ίδια μεριά του ποταμού, απλά η καταγραφή της μαμάς τελείωσε πιο γρήγορα απ΄ τη δικιά μας».

Είχα καταλάβει που το πήγαινε, αλλά αυτά τα πράγματα θέλουν αποδείξεις, αλλιώς ο καθένας θα μπορούσε να σκαρφιστεί μια τέτοια – ή παρόμοια – ιδέα.
Μου έδειξε ένα πολυσέλιδο σύγγραμμα γεμάτο με μαθηματικές πράξεις και σύμβολα. «Εδώ μέσα είναι όλα!» περηφανεύτηκε και ακούμπησε με το χέρι του την πρώτη σελίδα.
Κοίταξα το παιδί μου στα μάτια. «Αν είμαστε μία απλή καταγραφή, τότε γιατί το ξέρουμε; Πώς παίρνουμε αποφάσεις;». Έπρεπε να αντικρούσω τον παραλογισμό του Γιάννη. «Μα με την έκρηξη καταγράφτηκαν και οι συνειδήσεις. Και όσο για τις αποφάσεις, ένα θα σου πω πατέρα. Νομίζουμε ότι παίρνουμε τις αποφάσεις!»

Αφού τον έβαλα να ξαπλώσει, έκλεισα την πόρτα πίσω μου και σκέφτηκα αυτά που μου είπε. Κοντολογίς, ο Γιάννης πίστευε ότι ο χρόνος τελείωσε με το Big Bang και σε καμία περίπτωση δεν άρχισε τότε. Έτσι αυτό που ζούμε τώρα είναι μία ταινία για να τρως ποπκόρν, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχουν θεατές παρά μόνο πρωταγωνιστές, που έχουν ήδη παίξει τον ρόλο της ζωής τους.

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Βγήκα από το “κελί” με την φρούδα ελπίδα ότι η Ίριδα και ο Αλέξανδρος θα είχαν να μου πουν κάτι ευχάριστο.
«Εξακολουθούμε να βλέπουμε τον πλανήτη Καπετάνιε, που μάλλον είναι η γη» μου είπε ο Αλέξανδρος όταν του ζήτησα αναφορά.
«Οι χρονικές συντεταγμένες του αιθέρα, είναι ακριβείς Καπετάνιε. Είμαστε δύο ώρες μακριά από την αρχική μας θέση, αλλά τριακόσια χρόνια μετά. Ένας θεός ξέρει, αν έχει μείνει τίποτα όρθιο στη γη!» μου είπε η Ίριδα σχεδόν κλαίγοντας.
Οι φόβοι μου είχαν επιβεβαιωθεί. Για κάποιο λόγο πηδήξαμε από το χρονικό θραύσμα που βρισκόμασταν σε ένα άλλο, που είναι τριακόσια χρόνια μετά. Από κάποιο λάθος, είχαμε κάνει το πρώτο ταξίδι στον χρόνο. Για την ακρίβεια, βλέπαμε να προβάλλεται το πρώτο ταξίδι στο χρόνο, που είχε γίνει εκατομμύρια χρόνια πριν.
Εάν αυτός ο γαλάζιος πλανήτης που βλέπουμε είναι η γη, τότε θα μας έχουν ξεχάσει και πιθανότατα θα έχουν αλλάξει πολλά. Κανένας δε θα μας αναζητήσει και θα πεθάνουμε σαν τα ποντίκια σ’ αυτό το σκάφος μετά από δύο μέρες.

Ξαφνικά η Ίριδα άρχισε να φωνάζει: «Μας τραβάει! Ο πλανήτης μας τραβάει!».
“Δόθηκε μόνη της η λύση” σκέφτηκα. 

Είχαμε δύο μέρες επάρκεια οξυγόνου και ήμασταν δύο ώρες μακριά από την αρχική μας θέση. Δεδομένου ότι το σκάφος δεν χρησιμοποιούσε καύσιμο, αλλά μόνο την επίδραση του βαρυτικού πεδίου της γης για να κινηθεί, αυτό που συνέβη ήταν το καλύτερο – χειρότερο σενάριο. Αν μέναμε εδώ θα πεθαίναμε σίγουρα. Τώρα απλά θα έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μπορεί και να σωθούμε από την πρόσκρουση του σκάφους πάνω στη γη. Οι πιθανότητες ήταν απειροελάχιστες, αλλά υπήρχαν.

Δεθήκαμε γρήγορα στα καθίσματα και όποιος πίστευε έκανε στα σίγουρα μία κρυφή προσευχή. θα πέφταμε σε έναν βαθύ ύπνο που θα κρατούσε περίπου τρεις ώρες, όσες δηλαδή θα χρειαζόταν το σκάφος μας να μπει για τα καλά στην ατμόσφαιρα του πλανήτη. Το οξυγόνο στις στολές ήταν υπολογισμένο ότι θα κρατούσε οκτώ ώρες από τη στιγμή της πρόσκρουσης – Αν βέβαια επιβίωνε κανείς από μας.
Αυτός ο ευεργετικός ύπνος θα διασφάλιζε οικονομία στο οξυγόνο και σωματική ξεκούραση που θα μας χρειαζόταν σε περίπτωση επιβίωσης, αλλά ο σημαντικότερος λόγος ήταν ψυχολογικός: Λιγότερη σκέψη – λιγότερος φόβος.

Οι δυο συνταξιδιώτες μου είχαν ήδη αποκοιμηθεί, ενώ εγώ έπρεπε να περιμένω ώστε να επιβεβαιώσω ότι όντως το σκάφος θα ακολουθούσε τη μοιραία του πορεία προς τη συντριβή. Μετά θα πάταγα αυτόν τον κόκκινο διακόπτη με το υπνωτικό αέριο και θα αφηνόμουν κι εγώ στα χεριά του Μορφέα.
Πάντως η ζωή, ακόμα και ως προβολή παλιότερων γεγονότων, είναι μεγάλη πουτάνα. Σε βάζει μπροστά στις χειρότερες επιλογές κι εσύ χαίρεσαι που επέλεξες αυτή που σου δίνει την ελπίδα.

Ξυπνήσαμε εν μέσω έντονων κραδασμών και φωνών. Το σκάφος μόλις είχε ξεκινήσει την καθοδική πορεία του προς τον πλανήτη, ενώ ο Αλέξανδρος φώναζε: «Θεέ μου!»
“Ο Θεός δε θα μας βοηθήσει. Ποτέ δε βοήθησε κανέναν” σκέφτηκα.
Η Ίριδα κοιτούσε τον Αλέξανδρο με τέτοιο τρόπο που σχεδόν άκουγα τις σκέψεις της: “Τι νόημα έχει να φωνάζει; Σε λίγο θα χαθούμε”.
Το ηχητικό σήμα άρχισε να ακούγεται. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε. Ένα λεπτό ζωής ακόμα! Οι κραδασμοί αυξάνονταν όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα και η θερμοκρασία στο μεταλλικό περίβλημα του σκάφους είχε φτάσει ήδη τους 600 βαθμούς Κελσίου. Το σκάφος δεν ήταν κατασκευασμένο για ελεύθερη πτώση, αλλά για μία καθοδηγούμενη προσθαλάσσωση, από το κέντρο ελέγχου κάτω στη γη. Οι τριβές που δεχόταν αυτή τη στιγμή θα έκαναν τα εξωτερικά του τοιχώματα να λιώσουν. Ας ελπίσουμε να αντέξει μέχρι τέλους.

Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση  ο Αλέξανδρος  προσπαθούσε με μανία να λύσει τις ζώνες του. Βρισκόταν σε κατάσταση αμόκ. Φώναζε κάτι, αλλά η φασαρία ήταν τόσο μεγάλη, που ήταν αδύνατο να τον ακούσουμε, ακόμα και μέσω της ενδοεπικοινωνίας που είχαν οι στολές μας. Η κατάσταση του επιδεινώθηκε όταν έκανε εμετό μέσα στην κάσκα του και φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να τον βοηθήσουμε, αφού σε 30 δευτερόλεπτα θα τελειώσουν όλα και για τους τρεις.

Υπάρχει λοιπόν ένα σημείο που επιβραδύνει ο χρόνος και όλα μοιάζουν να κινούνται με ελάχιστη ταχύτητα. Εκείνη τη στιγμή είδα στα μάτια του Αλέξανδρου τη βεβαιότητα ότι ήξερε το μέλλον. Σαν να προχώρησε την ταινία για να δει το τέλος.
Και μετά παντού γαλάζιο …

H όξινη γεύση που μου έκαιγε τη γλώσσα, ήταν ο λόγος που άνοιξα τα μάτια μου. Η πλάτη μου με πόναγε φρικτά, αλλά αυτή η αηδία στο στόμα μου ήταν το κάτι άλλο. Και δεν έφτανε μόνο η γεύση, ήταν και αυτή η υφή που έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Μικρά κομματάκια που κόλλαγαν στα δόντια και αν τυχόν έκανες το λάθος να τα δαγκώσεις έσκαγαν στο στόμα σου σα μικρές βόμβες αηδίας. Με αυτό τον τρόπο συνήλθα από την πρόσκρουση.

Όλα τα πράγματα έμοιαζαν παράλογα. Πριν από μερικές ώρες διαπίστωσα ότι είχα κάνει ένα ταξίδι στο χρόνο με καμία ελπίδα επιστροφής, ούτε στον χρόνο μου, αλλά ούτε στον τόπο μου. Μετά, ενώ η πιθανότητες να επιβιώσω ήταν μηδαμινές, συνήλθα μετά από μία ελεύθερη πτώση χιλιάδων χιλιομέτρων, λόγω μιας σκατόγευσης  στο στόμα μου, η οποία υπερνικούσε τους πόνους μου από την πρόσκρουση.

Σηκώθηκα αργά και κοίταξα γύρω μου, κυρίως για να εντοπίσω τον Αλέξανδρο και την Ίριδα. Κάτι σάλευε εκεί κοντά στα συντρίμμια του σκάφους. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και τότε κατάλαβα ποιος είναι ο λόγος που έχω επιβιώσει, αλλά θα το σκεφτόμουν αργότερα αυτό. Τώρα προείχε η διάσωση των συναδέλφων μου.
Η Ίριδα προσπαθούσε να σηκωθεί από το έδαφος και μέχρι να φτάσω κοντά της τα είχε ήδη καταφέρει. «Είσαι καλά κορίτσι μου;» τη ρώτησα και η Ίριδα άρχισε να γελάει δυνατά. Μου κακοφάνηκε αυτή η συμπεριφορά, αλλά σκέφτηκα ότι είναι πιθανόν να έχει ταραχθεί απ’ την πτώση.
«Απίστευτο!» φώναξε η Ίριδα και συνέχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά. Την κοίταζα απορημένος και απλά περίμενα να ησυχάσει.
«Δεν έχεις πάρει χαμπάρι;» με ρώτησε δείχνοντας στο κεφάλι μου. Ασυναίσθητα σήκωσα τα χέρια μου και ακούμπησα τα μαλλιά μου.
«Δε φοράς κάσκα!» ούρλιαξε η Ίριδα και τότε κατάλαβα ότι τα γέλια της ήταν γέλια χαράς. Το κορίτσι αμέσως έβγαλε την κάσκα και την πέταξε. Μπορούσαμε να αναπνέουμε χωρίς καμία δυσκολία και αυτό ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
«Ο Αλέξανδρος;» ρώτησε η Ίριδα.
«Δεν ξέρω …» κοίταξα γύρω μου « … ίσως να βρίσκεται στο σκάφος» συνέχισα και ξεκίνησα να κατευθύνομαι προς τα κει.

Μετά από λίγο φτάσαμε στο διαλυμένο σκάφος, αλλά αυτό που αντικρίσαμε δεν ήταν αυτό που περιμέναμε. Ο Αλέξανδρος βρισκόταν ακόμα δεμένος στη θέση του, αλλά νεκρός. Αυτό ήταν ένα απολύτως ασφαλές συμπέρασμα, που το εξάγαμε χωρίς να χρειάζεται να πλησιάσουμε περισσότερο, αφού έλειπε το κεφάλι του.
«Πρέπει να το βρούμε και να το αφήσουμε δίπλα του» είπε η Ίριδα.
«Το κεφάλι;»
«Είναι το ελάχιστο δείγμα σεβασμού»
Αν και δεν είχα καμία διάθεση να ψάξω για το κεφάλι του, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπρεπε να φανώ καλός στα μάτια της Ίριδας, γιατί είναι πολύ πιθανό να περάσουμε οι δυο μας σε αυτόν τον πλανήτη το υπόλοιπο της ζωής μας. Στο μυαλό μου τα πράγματα ήταν πολύ απλά: Θα τελειώναμε με το κεφάλι και μετά θα ασχολιόμασταν με τα αμέτρητα “γιατί” που είχαν προκύψει τις τελευταίες ώρες.

Όσο κι αν ψάχναμε το κεφάλι του Αλέξανδρου ήταν άφαντο. Αν είναι δυνατόν! Τρώγαμε τις ώρες μας ψάχνοντας κάτι το οποίο – σε τελική ανάλυση – δε θα μας έλυνε κανένα πρόβλημα. Η ειρωνεία ήταν, ότι ακόμα και αν αποκαθιστούσαμε την ηθική τάξη και βρίσκαμε το κεφάλι, αυτός θα παρέμενε νεκρός. Ήμουν έτοιμος να επιβληθώ στην Ίριδα, απλά κάνοντας χρήση της ιδιότητάς μου ως αρχηγός της αποστολής, όταν άκουσα τη φωνή της: «Εδώ, εδώ!»
Έτρεξα κοντά της και την βρήκα να κοιτάει την κάσκα του Αλέξανδρου.
“Περίεργο …” σκέφτηκα  “… μόλις πριν από λίγο περάσαμε από δω και δεν την είχαμε δει”.
«Δεν είναι εδώ …» μου είπε η Ίριδα «… το κεφάλι δεν είναι μέσα!»
«Κάπου θα ΄χει  κυλήσει. Ψάξε καλύτερα» είπα ειρωνικά και ήρθα αντιμέτωπος με το αηδιασμένο βλέμμα της Ίριδας.
«Δώσε μου σε παρακαλώ την κάσκα» είπα στην Ίριδα και την κοίταξα στα μάτια.
Ήμουν σίγουρος ότι ένα ψαρωτικό βλέμμα από τον αρχηγό της αποστολής θα φόβιζε μία νεαρή σαν την Ίριδα.
«Άκου Καπετάνιε, εδώ μάλλον είμαστε οι δυο μας και απ΄ ότι  υποψιάζομαι δε θα έχουμε επισκέψεις σύντομα» είπε χωρίς να με κοιτάζει καν.
«Εσύ παραμένεις αρχηγός της αποστολής, όσο αυτή υφίσταται …» είπε σηκώνοντας την κάσκα του Αλέξανδρου «… και δε βλέπω καμία αποστολή εδώ γύρω που να πρέπει ηγείσαι! » γέλασε με ικανοποίηση και μου πέταξε την κάσκα.
Η Ίριδα κατάλαβε την προσπάθεια μου να επιβληθώ και βγήκε στη αντεπίθεση. Μόλις έπιασα την κάσκα, μία γνώριμη μυρωδιά μου έσπασε τη μύτη. Αυτή η γνώριμη αηδία που επανέφερε τις αισθήσεις μου, είχε τώρα και μυρωδιά. Ολοκληρωμένη αίσθηση. Ήταν τα ξερατά του!
Για κάποιο λόγο, κατά την πτώση, ο Αλέξανδρος αποκεφαλίστηκε και ο εμετός του είχε χυθεί όλος επάνω μου. Το λιγόψυχο τομάρι θα γέλαγε με αυτή την εξέλιξη σε έναν άλλο κόσμο, αλλά σε αυτόν γελάω εγώ. Εξάλλου βρίσκομαι στα δύο μέτρα απόσταση από το ακέφαλο σώμα του.
«Πρέπει να δούμε που βρισκόμαστε και επανερχόμαστε για τον Αλέξανδρο!» είπα αποφασιστικά, προσπαθώντας να μειώσω λίγο την ένταση που είχε δημιουργηθεί.

Ο πλανήτης ήταν ότι πιο περίεργο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Μετά την πρόσκρουση κατάλαβα ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ουράνιο σώμα που υπακούει στους φυσικούς νόμους – τουλάχιστον αυτούς που γνωρίζαμε ως σήμερα. Υπήρχε άφθονο οξυγόνο στην ατμόσφαιρά του, που μας επέτρεπε να αναπνέουμε με άνεση και η βαρύτητά του ήταν ελαφρώς μικρότερη από της γης, ενώ η θερμοκρασία του γύρω στους δέκα βαθμούς Κελσίου.
Γενικά όλα φαινόντουσαν ιδανικά σε αυτόν τον φιλόξενο πλανήτη. Η μεγάλη ιδιαιτερότητα όμως έγκειτο στο έδαφος. Ο πλανήτης φαινόταν σα μία λεία σφαίρα, χωρίς λόφους και βουνά, χωρίς βλάστηση και χωρίς ρήγματα. Ένα φως αναδυόταν από το σύνολο της ημιδιάφανης επιφάνειάς του και η υφή του ήταν ελαστική. Ο πλανήτης αυτός ήταν σαν μία γαλάζια τεράστια σφαίρα από καουτσούκ, όπως αυτές που έπαιζα μικρός.
Η Ίριδα είχε προχωρήσει την ανάλυσή της στο έδαφος του πλανήτη δοκιμάζοντάς τον.
«Είπα να το ρισκάρω» μου είπε. «Είναι ας πούμε … σα ζελέ νερού» και συνέχισε αφήνοντάς με άναυδο. «Δοκίμασε και θα δεις!».
Όντως η επιφάνεια του πλανήτη είχε στο στόμα την υφή ενός σκληρού ζελέ χωρίς καμία γεύση. Από τη φυσική που γνωρίζαμε και οι δυο μας, καταλαβαίναμε ότι είχαμε να κάνουμε με μία κατάσταση της ύλης που δεν θα μπορούσε να υπάρχει στο σύμπαν. Τι σημασία όμως είχε αυτό; Τις τελευταίες ώρες είχαν συμβεί πράγματα  που με είχαν κάνει να αναθεωρήσω τα πάντα σχετικά με το παράλογο: Τριακόσια χρόνια μετά από την έναρξη της αποστολής μας, βρισκόμαστε πάνω σε ένα τεράστιο γαλάζιο ζελεδένιο βόλο, που βολτάρει στο διάστημα.

Από το σκάφος πήραμε ότι θα μπορούσε να μας φανεί χρήσιμο. Αρκετή αποξηραμένη τροφή, ένα μικρό κιτ για χημικές αναλύσεις, ένα βαλιτσάκι με είδη πρώτων βοηθειών και φυσικά … όπλα. Από τα συντρίμμια, αποκολλήσαμε δύο μικρά αιχμηρά κομμάτια λαμαρίνας και πήρε ο καθένας από ένα. Ξέραμε πολύ καλά ότι η πιθανότητα επιστροφής μας στη γη είναι αδύνατη, ωστόσο έπρεπε να βρούμε τον τρόπο να επιβιώσουμε – όσο περισσότερο μπορούσαμε – σε αυτόν τον πλανήτη.
Το κύριο μέλημά μας θα είναι η ανεύρεση στέρεας τροφής, γιατί τα αποθέματα που σώθηκαν από την συντριβή μας έφταναν για καμιά δεκαριά μέρες. Για νερό, όπως ήταν φυσικό, δε θα ανησυχούσαμε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Επιλέξαμε τυχαία μια κατεύθυνση και ξεκινήσαμε το περπάτημα. Δύο ώρες μετά δεν είχε αλλάξει τίποτα. Το ίδιο άδειο τοπίο – αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι – και τα νεύρα μας είχαν αρχίσει να σπάνε.
«Και πες ότι βρίσκουμε τροφή με κάποιο τρόπο. Πιστεύεις ότι αυτή η μονοτονία θα μας βγει σε καλό;» με ρώτησε η Ίριδα και είχε δίκιο. Κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν αντέχει παραπάνω από μια εβδομάδα, χωρίς να γίνεται τίποτα.
«Ίσως αν περπατήσουμε πολύ ακόμα να συναντήσουμε καμία μεταβολή στο έδαφος» την καθησύχασα.
«Ίσως» μου απάντησε με διάθεση να με ξεφορτωθεί.
Οι ώρες περνούσαν και η αίσθηση ήταν σα να περπατούσαμε σε διάδρομο γυμναστικής.
«Λέω να σταματήσουμε λίγο να ξεκουραστούμε και το πρωί συνεχίζουμε» είπα και η συνοδοιπόρος μου με κοίταξε με νόημα.
Πράγματι αυτό που πρότεινα ήταν ανοησία. Ο αυτόφωτος πλανήτης συνέχιζε να φωτίζει με την ίδια ένταση όσες ώρες κι αν είχαν περάσει. Δεν υπήρχε λοιπόν μέρα ή νύχτα, βράδυ ή πρωί. Ωστόσο πήραμε την απόφαση να ξαποστάσουμε μερικές ώρες και να συνεχίσουμε μετά. Πέσαμε κατάχαμα και μας πήρε ο ύπνος αρκετές ώρες.

Ξύπνησα απότομα από τις τρομοκρατημένες φωνές της Ίριδας και βρέθηκα όρθιος χωρίς να το καταλάβω. Αυτό που αντίκρισα ήταν όντως περίεργο και κάπως ενοχλητικό: Το κεφάλι του Αλέξανδρου είχε βρεθεί πλάι στην κοπέλα. “Τουλάχιστον ξέρουμε ότι στο εξής δε θα είναι πια μονότονα” σκέφτηκα.
«Πώς συνέβη αυτό;» με ρώτησε κλαίγοντας η Ίριδα. Δεν ήξερα να απαντήσω, αλλά είχα ήδη σκεφτεί τον τρόπο για να μάθω την απάντηση.
«Να πάμε πίσω στο σκάφος να τον …»
«Να τον ενώσουμε;» ειρωνεύτηκα την Ίριδα.
«Στον οποιονδήποτε αξίζει σεβασμός» μου απάντησε αυστηρά.

Με παραξένευαν οι ευαισθησίες αυτής της κοπέλας. Ενώ ήταν λαμπρή επιστήμονας με τετράγωνη λογική, κάποιες φορές ήταν σαν να την σκέπαζε ένα σύννεφο παραλογισμού και την έβρεχε με σταγόνες μεταφυσικής μαλακίας. Γιατί μόνο στη μεταφυσική θα μπορούσα να αποδώσω φράσεις σαν κι αυτές. Τι εννοεί ότι του αξίζει σεβασμός; Τι νόημα έχει να σεβαστούμε ένα ακέφαλο πτώμα που δεν καταλαβαίνει τίποτα; Να πάει στον Θεούλη του ολόκληρος; Για μένα αυτά ήταν λυμένα θέματα παιδιόθεν. 
«Ο σεβασμός αξίζει στους ζωντανούς. Στους νεκρούς δεν έχει νόημα να αξίζει τίποτα» είπα.
«Τότε να σεβαστείς την επιθυμία μου να γυρίσουμε πίσω, εκτός αν δε με θεωρείς ζωντανή» μου απάντησε με την τετράγωνη λογική της που επανήλθε.
«Λυπάμαι», της απάντησα, «Σέβομαι την Ίριδα, αλλά δεν μπορώ να σεβαστώ τις επιθυμίες της».

Ή Ίριδα δε με συμπαθούσε πολύ και αυτό πλέον ήταν παραπάνω από φανερό. Ό τρόπος μου σίγουρα δε βοηθούσε, αλλά η κατάσταση στην οποία είχαμε περιπέσει δε ήταν η κατάλληλη για να χτίσουμε μία καλή σχέση. Αντιθέτως, οι συμπεριφορές μας ήταν θέμα χρόνου να φτάσουν στα άκρα. Μόλις τελειώσει η τροφή που έχουμε θα βλέπουμε ο ένας τον άλλο σα ψητό κοτόπουλο με πατάτες και ο πονηρότερος και δυνατότερος θα κερδίσει μερικές μέρες ζωής. Εκτός και αν μας προλάβουν τα γεγονότα, γιατί είναι βέβαιο, ότι ένα κεφάλι που κινείται μόνο του δεν είναι και πολύ συνηθισμένο πράγμα. Το πιο πιθανό είναι κάποιος ή κάποιοι να μας παρακολουθούν και να παίζουν μαζί μας. Δε θα κάτσω λοιπόν να περιμένω να εμφανιστούν μπροστά μας, γιατί τότε μπορεί να είναι πολύ αργά.

Πήρα την απόφαση λοιπόν να δράσω εν αγνοία της Ίριδας. Ο λόγος ήταν απλός: Δεν είμαι σίγουρος με ποιον τρόπο αυτοί – εάν υπάρχουν – μας παρακολουθούν, οπότε θεώρησα φρόνιμο να μην αποκαλύψω τίποτα στην κοπέλα.
«Θα αφήσουμε το κεφάλι εδώ και θα συνεχίσουμε …» ανακοίνωσα «… προς τα κει» και έδειξα μία κατεύθυνση.
«Και γιατί προς τα κει;» με ρώτησε η Ίριδα με δυσπιστία.
Πήγα κοντά της και έσκυψα συνωμοτικά προς το αυτί της. «Είδα μία λάμψη!» της είπα χαμηλόφωνα και έβαλα αμέσως το δάχτυλο στο στόμα μου, σαν να της έλεγα «μην πεις τίποτα τώρα, μας ακούνε!»
Αυτό ήταν πέρα για πέρα ψέμα, αλλά εξυπηρετούσε πολύ εκείνη τη στιγμή. Το σχέδιο μου ήταν απλό. Θα τους έστηνα ενέδρα. Θα περπατάγαμε μερικές ώρες και μετά θα σταματάγαμε για να ξεκουραστούμε. Μόνο που εμένα δε θα με έπαιρνε ο ύπνος. Θα περίμενα με τα μάτια μισόκλειστα να αποκαλύψω τους δράστες, εάν βέβαια αυτοί αποφάσιζαν να μας ξαναέφερναν το κεφάλι. Απλοϊκό σχέδιο, αλλά το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ. 

Περπατήσαμε πάνω από εννιά ώρες μέχρι τη στιγμή που αποφασίσαμε να σταματήσουμε για ξεκούραση. Η Ίριδα μπορεί να είχε κάποιες παράλογες ευαισθησίες, αλλά δεν ήταν ηλίθια. Είχε σίγουρα καταλάβει το σχέδιο μου από την πρώτη στιγμή και γι’ αυτό δεν επέμεινε να επιστρέψουμε το κεφάλι στο σκάφος. Φάγαμε λίγο και ξαπλώσαμε. Το σίγουρο είναι ότι κανένας δε θα αποκοιμηθεί. Υποδυόμενοι τους κοιμισμένους θα περιμένουμε να συναντήσουμε το πεπρωμένο μας.

Οι ώρες περνούσαν και κανένα κεφάλι δεν κύλησε δίπλα μας, και όσο είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε, τίποτα το αξιοπερίεργο δεν συνέβη κοντά μας. Μόνο το ήσυχο, απέραντο και μονότονο γαλάζιο κυριαρχούσε παντού και τίποτα άλλο.
“Να με δούλεψε για τα καλά η Ίριδα; Να έφερε αυτή το κεφάλι για να με τρελάνει;”
Από την πρώτη στιγμή είχα αυτές τις υποψίες, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο. Να με κάνει να χάσω τα λογικά μου για να μπορέσει να μου επιβληθεί; Ίσως να είναι αυτός ο λόγος. Από την άλλη όμως δεν έβγαινε ο χρόνος. Δεν προλάβαινε να πάει και να επιστρέψει με το κεφάλι, όσο εγώ κοιμόμουν.
«Ξέρω τι σκέφτεσαι και το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ» μου είπε χαμηλόφωνα. «Είναι που δεν μπορούμε να σκεφτούμε μία λογική εξήγηση» συνέχισε.
Σηκώθηκα απότομα, βρέθηκα από πάνω της και της ακούμπησα την κοφτερή λαμαρίνα στο λαιμό της: «Άκου προσεκτικά μικρούλα! Εάν το έκανες εσύ, μόνο τώρα είναι η στιγμή να το παραδεχτείς και συνεχίζουμε σαν να μην έγινε τίποτα. Σε περίπτωση που καταλάβω αργότερα, έστω και μετά από ένα λεπτό ότι με δούλεψες, τότε ορκίζομαι ότι τα αδέσποτα κεφάλια θα είναι δύο σ’ αυτόν τον κωλοπλανήτη!»
Η Ίριδα δε φαινόταν να νιώθει απειλημένη, αντίθετα καταλάβαινα ότι έσφιγγε τα δόντια της από θυμό: «Καπετάνιε, όπως καταλαβαίνεις δεν μπορώ να σε πείσω ότι δεν το έκανα, αλλά ούτε εσύ μπορείς να με πείσεις ότι δεν ήσουν εσύ που κουβάλησες το κεφάλι. Θα μπορούσα κι εγώ να το παίξω αυτό το σενάριο για να σε πείσω για την αθωότητα μου».
Η διαφορά μας ήταν ότι εγώ ήξερα σίγουρα ότι δε μετέφερα το κεφάλι. Τι γίνεται όμως εάν και η Ίριδα βρίσκεται στην ίδια θέση; Δε θα τα παρατήσω έτσι εύκολα. Θα τη ζορίσω λίγο ακόμα για να σιγουρευτώ. Έσπρωξα περισσότερο τη λαμαρίνα στο λαιμό της που με το ζόρι μίλαγε: «Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα. Μετά από μερικές μέρες θα τρελαθείς μόνος σου εδώ και θα μπήξεις τη λαμαρίνα στον δικό σου το λαιμό. Εμπρός λοιπόν, καν’ το να με βγάλεις από τη δύσκολη θέση!»
Δίκιο είχε. Καλύτερα να έχεις κάποιον κι ας είναι εχθρός σου, παρά να είσαι μόνος και να περιμένεις το θάνατο.

Πριν καλά καλά προλάβω να ξεκαβαλήσω την Ίριδα έγινε αυτό που δεν περιμέναμε με τίποτα. Το φως του πλανήτη άρχισε να μειώνεται σε τέτοιο βαθμό που μετά από λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε το απόλυτο σκοτάδι. Η έννοια του “απόλυτου” ποτέ δεν είχε καλύτερη οπτικοποίηση. Δεν μπορούσαμε να δούμε απολύτως τίποτα. Ούτε καν τα λευκά μας σκάφανδρα δεν ξεχώριζαν. Αυτόματα και οι δύο κάναμε την ίδια κίνηση. Ανάψαμε τους φακούς μας και τους στρέψαμε ο ένας στον άλλον.
«Τώρα φοβάμαι!» μου είπε η Ίριδα και μου έπιασε το μπράτσο.
Η αίσθηση ήταν τρομακτική. Η θερμοκρασία πρέπει να έπεσε κατακόρυφα πάνω από δέκα βαθμούς. Στο φως των φακών βλέπαμε τα χνότα μας και καθώς το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό, η δέσμη φωτός από τους φακούς έμοιαζε σαν μαχαίρι από καπνό. Και σα να μην έφτανε αυτό, από το έδαφος άρχισε να ακούγεται ένας ανατριχιαστικός ήχος. Σαν κάτι τερατώδες να φυτρώνει, αφού ο θόρυβος ερχόταν απ’ όλες τις κατευθύνσεις.
«Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ, πρέπει να τρέξουμε!» μου φώναξε η Ίριδα.
Σαν ιδέα μου φάνηκε εξαιρετική και αρχίσαμε να τρέχουμε μες το σκοτάδι ενώ νιώθαμε το έδαφος να σείεται. Η θερμοκρασία έπεφτε ραγδαία και έπρεπε οπωσδήποτε να φορέσουμε τις κάσκες μας για να μπορέσουμε να πάρουμε ανάσα. Στην προσπάθειά μου να βάλω το κράνος τρέχοντας σκόνταψα σε ένα εξόγκωμα του εδάφους και έπεσα. Η Ίριδα έσπευσε να με βοηθήσει να σηκωθώ, αλλά αμέσως τραβήχτηκε πίσω. Το εξόγκωμα άρχισε να φωτίζει και τότε διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για μία γαλαζωπή ημιδιάφανη σφαίρα, στο μέγεθος …  ανθρώπινου κεφαλιού. Σε ελάχιστο χρόνο ο πλανήτης ήταν γεμάτος από μικρές φωτιζόμενες γαλάζιες σφαίρες που είχαν φυτρώσει στο ζελεδένιο έδαφος.
«Καπετάνιε, κοίτα!» φώναξε η Ίριδα. Πρώτη φορά νιώθω το σώμα μου να σείεται ολόκληρο από την ανατριχίλα.
Όλες οι σφαίρες περιείχαν μέσα τους το κεφάλι του Αλέξανδρου, όπως ακριβώς το είδαμε τελευταία φορά μέσα στην κάσκα του.
«Αποκλείεται να είναι αλήθεια …» ψέλλισα « … κάποιος παίζει με τα νεύρα μας, Ίριδα, και το καταφέρνει μια χαρά».

Μετά από μερικά λεπτά σιωπής διαπιστώσαμε ότι όλες αυτές οι σφαίρες φώτιζαν επαρκώς την γύρω περιοχή και σβήσαμε τους φακούς μας.
«Αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να το προκαλεί μόνος του ο Πλανήτης. Kάποιος βρίσκεται πίσω απ όλα αυτά και όπου να ΄ναι θα αποκαλυφθεί» είπα στην Ίριδα κοιτάζοντας γύρω μου.
«Ας τον κάνουμε να φανεί τώρα!» έκανε αποφασιστικά η Ίριδα και με το κομμάτι της λαμαρίνας χτύπησε μία από τις σφαίρες και την έσκισε. Μία λεπτή μεμβράνη άπλωσε στο έδαφος και πάνω της χύθηκε ένα διάφανο υγρό, αλλά το κεφάλι του Αλέξανδρου άφαντο.
«Προβολή είναι!» φώναξε η κοπέλα και αφηνιασμένη έσκιζε όλες τις σφαίρες που ήταν κοντά της.
“Προβολή των ενοχών μας” σκέφτηκα.

Όσο η Ίριδα κατέστρεφε τις φωτεινές μπάλες, τόσο η δυσωδία απλωνόταν στο χώρο. Το υγρό αυτό μύριζε τόσο απαίσια που με δυσκολία αντεχόταν. «Πάλι εμετός» είπα με δυσκολία και λιποθύμησα.

Συνήλθα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Αν δεν είχα αυτή την γνώριμη αίσθηση του ξυπνήματος θα πίστευα ότι ακόμα κοιμάμαι, γιατί ήταν απόκοσμα σκοτεινά, σαν το φως να μην είχε περάσει ποτέ από δω. Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν σαν να μην τα άνοιξα ποτέ. Καμία διαφορά. Ανασηκώθηκα και κούνησα τα χέρια μου, να εντοπίσω τι γίνεται κοντά μου. Έπιανα κάτι χοντρές ίνες, δροσερές. Μύριζαν γνώριμα. Ήταν γρασίδι! Από τον ζελεδένιο πλανήτη βρεθήκαμε ξαφνικά σε κάτι πολύ γνώριμο.
Φώναξα την Ίριδα. Η φωνή μου γύρισε πίσω δεκάδες φορές και υπέθεσα ότι βρισκόμαστε μέσα σε κάποια σπηλιά ή κάτι ανάλογο.
«Εδώ Καπετάνιε!» άκουσα από μακριά τη φωνή της Ίριδας.
Με πυξίδα τις φωνές μας, μετά από λίγο ακούμπησε ο ένας τον άλλον.
«Έχεις καμία ιδέα που βρισκόμαστε τώρα;» με ρώτησε με αγωνία η Ίριδα.
Της απάντησα ότι δε θα με εξέπληττε τίποτα πια, ακόμα και αν διαπιστώναμε ότι αυτό το ταξίδι δεν έχει συμβεί ποτέ.

Ο εξοπλισμός μας είχε εξαφανιστεί. Τα λιγοστά αντικείμενα που μας έκαναν να νιώθουμε ασφαλείς, είχαν κάνει φτερά. Ακόμα και τα ρούχα μας. Ευτυχώς που ήταν σκοτάδι και δεν νιώθαμε άβολα με τη γύμνια μας. Ο φόβος του σκοταδιού και του αγνώστου είχε κάνει την Ίριδα να έρθει πιο κοντά μου, που ένιωθα να με χαϊδεύει η ανάσα της στο πρόσωπο. Μια ανάσα ζεστή, αλλά τρεμάμενη. Άπλωσα το χέρι μου και της έπιασα τα μαλλιά. «Μη φοβάσαι κοπέλα μου, θα είμαστε μαζί για πάντα πια. Δε θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ».

Η βαρύγδουπη αυτή δήλωση λειτούργησε σα διακόπτης και ξαφνικά ένα έντονο κύμα φωτός πλημμύρισε το μέρος. Μια αχανής έκταση, τελείως επίπεδη, αποκαλύφθηκε γύρω μας. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ότι άλλαξε το χρώμα. Από το γαλάζιο νερουλό μονότονο τοπίο, ξαφνικά βρεθήκαμε γυμνοί σε ένα καταπράσινο, αλλά αντιστοίχως μονότονο μέρος που δεν είχε τέλος πουθενά. Το βλέμμα μας ταξίδευε πάνω στο καλοστρωμένο γρασίδι και γύριζε πίσω άπραγο, χωρίς να έχει εντοπίσει πουθενά ορίζοντα.
«Καπετάνιε, σε παρακαλώ μην το κάνεις αυτό!» άκουσα τα παρακαλετά της Ίριδας και διέκοψα τις σκέψεις μου. Λίγο μετά, ο τόπος είχε γίνει κόκκινος και η Ίριδα είχε χαθεί από μπροστά μου. Έτσι ξαφνικά, χωρίς να γίνει κάτι. Απλά χάθηκε …

ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;

Γυρίζουν τα πάντα γύρω μου. Μετά βίας αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι σε ένα κρύο δωμάτιο. Τα μάτια μου δεν μπορούν να αντιληφθούν λεπτομέρειες, παρά μόνο γνώριμα σχήματα. Βλέπω ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και σε μια γωνία διακρίνω τη θαμπή λάμψη ενός μεταλλικού αντικειμένου, αλλά είναι αδύνατον να καταλάβω τι είναι. Ξαπλωμένος στο πάτωμα, να με πονάνε όλα μου τα κόκαλα, δίπλα μου ακριβώς, μια λίμνη αηδιαστική από αίμα και ξερατά ανέδιδε μία βρώμα θανάτου. Σηκώθηκα αργά και σχεδόν ψηλαφιστά έκατσα πάνω στο σκληρό κρεβάτι.
“Πού βρίσκομαι;” αναρωτήθηκα.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε με δύναμη.
«Γιωργάρα ήρθε η ώρα!» ανακοίνωσε ένας άντρας με μία γεροδεμένη σιλουέτα.
«Η ώρα …;»
«Αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεσαι περιποίηση» συνέχισε με έναν ειρωνικό τόνο ο άντρας.
Πριν καλά καλά καταλάβω τι γίνεται ένας ορμητικός χείμαρρος νερού με κατάβρεξε.
Και γέλια … Άκουγα γέλια πολλά έξω απ’ το δωμάτιο.
Μόλις τελείωσε το κρύο σοκ μία πετσέτα προσγειώθηκε στο πρόσωπό μου.
«Σκουπίσου να είσαι όμορφος» συνέχισε ο άντρας και τα γέλια δε σταμάταγαν.

Λίγη ώρα μετά βρέθηκα μπροστά σε ένα πιάτο φαΐ περισσότερο αηδιαστικό από τα ξερατά μου, που ο άντρας με πίεσε να το φάω.
«Τσιγαράκι και εκκλησιασμό δεν έχει!» με ειρωνεύτηκε ο άντρας και μου πέταξε μια αλλαξιά ρούχα. Ντύθηκα όπως – όπως και λίγο μετά βρέθηκα να είμαι δεμένος σε μία καρέκλα σαν θέση αεροσκάφους.
«Έτοιμος για πτήση;» μου είπε ο άντρας σαν να είχε καταλάβει τι σκεφτόμουν.
«Ώρα Ελλάδας 16:40» ανακοίνωσε μία μηχανική φωνή.
«Είκοσι λεπτάκια για ερωτησούλες απ’ τους επιβάτες Καπετάνιε» με ενημέρωσε ο άντρας και άκουσα έναν εκκωφαντικό θόρυβο.
Ο χώρος γύρω γέμισε από την Ίριδα και τον Αλέξανδρο, που άρχισαν να φωνάζουν και να λένε κάτι ακατάληπτα πράγματα. Ίσως φταίει η κατάστασή μου. Η ζάλη μου. Όμως δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί τα λένε αυτά τα πράγματα σε μένα …

Οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας στον νομό Αργολίδας είχαν πρόσφατα μετατραπεί σε υψίστης ασφαλείας, με απόφαση της κυβέρνησης.
Εκεί, η ελληνική κυβέρνηση θα πραγματοποιούσε την πρώτη εκτέλεση θανατοποινίτη ύστερα από καιρό και θα είχε την ευκαιρία να τεστάρει μια ηλεκτρική καρέκλα “προηγμένης τεχνολογίας”, που θα έδινε τη δυνατότητα στους μάρτυρες και τους συγγενείς του θύματος ή των θυμάτων να ρωτήσουν ότι ήθελαν τον υποψήφιο εκτελεσθέντα. Η τιμωρία του εκάστοτε θανατοποινίτη θα έπαιρνε άλλες διστάσεις διότι – με κυβερνητική απόφαση πάλι – οι παρευρισκόμενοι θα είχαν την ευκαιρία να ξεφτιλίσουν λεκτικά τον θανατοποινίτη, ακόμα και τη στιγμή που θα άφηνε την τελευταία του πνοή.
Ο θανατοποινίτης, αφού θα έτρωγε ένα, όχι τόσο λουκούλλειο γεύμα, θα έκανε τσάτρα πάτρα την εξομολόγησή του και αλυσοδεμένος σε χέρια και πόδια θα περπατούσε αργά προς το δωμάτιο της εκτέλεσης. Αυτό το δωμάτιο σε τίποτα δεν έμοιαζε με τα αντίστοιχα δωμάτια σε άλλες φυλακές του εξωτερικού, αφού ήταν ένας θολωτός κατάλευκος χώρος γεμάτος με κυκλικά παράθυρα σε όλη την επιφάνεια του θόλου. Το κάθε ένα από αυτά τα φινιστρίνια έδινε τη δυνατότητα σε κάθε μάρτυρα να παρακολουθήσει το μαρτύριο του εγκληματία φορώντας εάν ήθελε μία μάσκα.

Οι μάσκες θα κατασκευάζονταν ειδικά για κάθε εκτέλεση και θα αναπαριστούσαν τα θύματα του μέλλοντα νεκρού. Αυτό γινόταν γιατί ο ψυχασθενής τύπος που αποφάσισε αυτού του είδους την τιμωρία, σκέφτηκε ότι δεν φτάνει η εσχάτη των ποινών σε έναν δολοφόνο και μάλιστα έλεγε χαρακτηριστικά: «Τα τομάρια αυτά θα πρέπει να πάνε μετανιωμένα στον άλλο κόσμο», αλλά χρειαζόταν και το «ξεμπούκωμα των συγγενών και των φίλων των θυμάτων».

Μέσω μιας ένεσης, βυθίζανε στο χέρι του κατάδικου κάτι ειδικά μικροσκοπικά σφαιρίδια, φορτισμένα άλλα με θετικό και άλλα με αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο όπου παρέμεναν αδρανή για πολλή ώρα. Στο μεταξύ ο θανατοποινίτης θα μπορούσε να επικοινωνεί με τους εκτελεστές του, αλλά και με τους μάρτυρες που θα παραβρίσκονται εκεί. Ακριβώς απέναντι από τον θανατοποινίτη, σε ένα σημείο του κοίλου τοίχου, δεν υπήρχε κανένα παράθυρο παρά μόνο μία αναπαράσταση της ανάστασης του Χριστού. Το παράδοξο στην όλη φάση είναι ότι παρόλο το ορθόδοξο θρησκευτικό συναίσθημα των οργάνων της δικαιοσύνης, η εικόνα αυτή δεν ήταν καθόλου βυζαντινή, όπως θα περίμενε ο καθένας, αλλά μία τελείως δυτικότροπη φθηνοεκτύπωση ενός ξανθομπούμπουρα Χριστού ντυμένου με έναν πεντακάθαρο λευκό μανδύα, που έλαμπε καθώς αντανακλούσε τις θεϊκές δέσμες φωτός που ξεχύνονταν επιθετικά από τον ανοιγμένο ουρανό. Πάνω από το κεφάλι του φρεσκοαναστημένου Χριστού υπήρχε με bold γράμματα η επιγραφή: “JESUS CHRIST IS RISEN FROM THE DEAD” και κάτω δεξιά, με σαφώς μικρότερη αλλά όχι αμελητέα γραμματοσειρά, γραφόταν το όνομα του καλλιτέχνη: “Διά χειρός Ιωάννη Αρχιμανδρίτη”, ενός μέτριου ζωγράφου με πολιτικό βύσμα.

Η ακριβής ώρα της εκτέλεσης οριζόταν με βάση την ώρα που πραγματοποίησε το έγκλημα ο κατάδικος. Και επειδή ο κατάδικος μπορεί να ήταν υπερδραστήριος, τότε το ιδιότυπο ηλεκτροσόκ θα λάμβανε χώρα την ώρα του πρώτου από τα τελεσφόρα ειδεχθή εγκλήματα. Τη στιγμή εκείνη, ένας κατευθυνόμενος ηλεκτρικός παλμός θα παραγόταν από την ηλεκτρική καρέκλα, θα ενεργοποιούσε τα φορτία των σφαιριδίων και αυτά με ταχύτητα θα έψαχναν να βρουν το ένα το άλλο μέσα στο σώμα του θανατοποινίτη. Αυτόματα οι αρτηρίες του θα μετατρέπονταν σε πολυσύχναστη οδική αρτηρία, όχι για αυτοκίνητα, αλλά για τρελόμπαλες που αφηνιασμένες θα έψαχναν να βρουν η μία την άλλη.
«Η ουσία της ύπαρξης στην υπηρεσία του θανάτου. Τα αντίθετα φορτισμένα σφαιρίδια αγωνιούν να ενωθούν μεταξύ τους, ακόμα κι αν μετά εξαφανιστούν για πάντα. Έτσι κάπως δε γίνεται και στη ζωή; Τα αντίθετα έλκονται, γεννάνε και μετά καταστρέφονται», είχε πει ο ίδιος ψυχασθενής που είχε εμπνευστεί και την αναβίωση της θανατικής ποινής.

Τα γαλάζια μικρά σφαιρίδια – αυτό είναι το χρώμα τους – μόλις έβρισκαν το ταίρι τους προκαλούσαν μία μικρή ηλεκτρική εκκένωση μέσα στο σώμα του κατάδικου και αυτή η ιστορία τράβαγε μέχρι αυτός να “τινάξει να πέταλα”. Αν ο εκτελεσθέντας  ήταν τυχερός το μαρτύριο τελείωνε γρήγορα, αλλά αυτό εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα σημεία συνάντησης των σφαιριδίων. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, το σημείο συνάντησης των γαλάζιων μικροδολοφόνων να ήταν κάτω χαμηλά, οπότε ο κατάδικος πέθαινε αρκετή ώρα μετά με ψημένα τα γεννητικά του όργανα.

«Χριστιανός Ορθόδοξος;» ρώτησε τον θανατοποινίτη μία κυρία στην είσοδο του λευκού δωματίου.
«Έτσι με βάφτισαν» απάντησε ο κατάδικος.
«Ωραία λοιπόν!» συνέχισε η κυρία στην είσοδο και με χαμόγελο αεροσυνοδού υπέγραφε κάτι χαρτιά σε ένα πάσο που είχε μπροστά της.
«Παρακαλώ επιβεβαιώστε αυτά που θα ακούσετε» τον κοίταξε λίγο αυστηρά.
Ο οσονούπω νεκρός έγνεψε καταφατικά.
«Είστε ο Γεώργιος Καπετάνιος, γεννηθείς το 1967, έχετε δύο τέκνα και το επάγγελμά σας είναι …»
«Μα γιατί με ρωτάτε όλα αυτά τα πράγματα; Που ακριβώς Βρίσκομαι;» απόρησε ο Καπετάνιος.
«Σε λίγο θα λυθούν οι απορίες και οι δικές σας, αλλά και όσων σας κάνουν την τιμή να παραβρίσκονται εδώ» απάντησε σχεδόν ευγενικά η κυρία της εισόδου.
«Παρακαλώ επιβεβαιώστε. Το επάγγελμα σας είναι οδηγός;»
«Ναι είμαι οδηγός και επιβεβαιώνω όλα όσα με ρωτήσατε πριν!» απάντησε εκνευρισμένος ο Καπετάνιος.

Η κυρία της εισόδου σήκωσε ένα χαρτί και κρατώντας το μπροστά στο πρόσωπο του, άρχισε να διαβάζει ένα περίεργο κείμενο: «Με τη δικαιοδοσία που μου δίνει ο νόμος, δίνω την άδεια στον Γεώργιο Καπετάνιο να εισέλθει στον θόλο και να κάτσει στην καρέκλα, απέναντι από τον Ιησού Χριστό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας , εσείς ο Γεώργιος Καπετάνιος θα βρίσκεστε υπό το βλέμμα Του και αυτό αποτελεί την μείζονα ανθρωπιστική παροχή της πολιτείας ως προς το πρόσωπό σας. Παρακαλώ πολύ περάστε! Είναι μονόδρομος!»

Αυτά μου είπε η κυρία της εισόδου και ο γεροδεμένος άντρας με τράβηξε και με έβαλε στην καρέκλα.
«Πού πάμε; Τι έλεγε η κυρία αεροσυνοδός;»
«Έτοιμος για πτήση;» μου είπε ο άντρας.
«Ώρα Ελλάδας 16:40!» ανακοίνωσε μία μηχανική φωνή.
«Είκοσι λεπτάκια για ερωτησούλες απ’ τους επιβάτες Καπετάνιε» είπε ειρωνικά ο άντρας και ύστερα άκουσα έναν εκκωφαντικό θόρυβο.

Μάλλον βρισκόμουν υπό την επήρεια κάποιου φαρμάκου που μου είχε στερήσει για αρκετό χρονικό διάστημα τη διαύγειά μου. Το κατάλαβα αυτό, αφού αμέσως μετά τη σύριγγα που μου κάρφωσαν στον λαιμό άρχισα να συνέρχομαι. Όμως ακόμα και διαυγής, δεν μπορώ να κατανοήσω αυτό που βλέπω. Πίσω από κάτι στρογγυλά παράθυρα έβλεπα πολλαπλασιασμένα τα δύο μου αγαπημένα πρόσωπα. Την Ίριδα και τον Αλέξανδρο. Δεν είναι παιδιά μου ή κάτι τέτοιο, αλλά τα αγαπάω παράφορα, αφού μετά τον Θάνατο του γιου μου ήταν εκεί στις δυσκολίες μου. 
Ο Αλέξανδρος, ο αδελφικός φίλος του γιου μου και η Ίριδα είναι αδέλφια. Η Ίριδα μάλιστα ήταν και ο κρυφός και ανεκπλήρωτος έρωτας του γιου μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα κρυφά του κλάματα στο δωμάτιο του γιατί ήξερε. Ήξερε ότι δε θα ήταν ποτέ μαζί. Ο γιόκας μου ήταν παραπληγικός και το κορίτσι αυτό έσφυζε από ζωντάνια.

Ο γιος μου πρωτοαρρώστησε όταν ήταν δεκαπέντε. Δύο χρόνια μετά δεν μπορούσε να κουνήσει, παρά μόνο το κεφάλι του. Αυτό ήταν ευτυχές – αν μπορεί κανείς να το πει αυτό – γιατί μπορούσαμε τουλάχιστον να επικοινωνήσουμε. Τις δύσκολες νύχτες καθόμουν δίπλα του και φανταζόμασταν ότι όλα θα ήταν διαφορετικά αν ζούσαμε κάπου αλλού στο σύμπαν όπου δεν θα υπήρχαν αρρώστιες και η φθορά της βαρύτητας. Λέγε – λέγε πωρώθηκα κι εγώ και “έψαξα” τον φανταστικό μας πλανήτη και πηγαίναμε εκεί κάθε βράδυ. Και το βράδυ έφερνε το πρωί κι εμείς ακόμα εκεί. Στον πλανήτη “Μπλε”.

Τα χέρια μου και τα πόδια μου ήταν δεμένα σ’ αυτή την περίεργη καρέκλα. Το κεφάλι μου ήταν συνδεδεμένο με καλώδια τα οποία οδηγούσαν σε έναν εγκεφαλογράφο. Η καρδιά μου – ομοίως κι αυτή – έστελνε το σήμα της σε ένα αντίστοιχο μηχάνημα και στο ύψος της σπονδυλικής μου στήλης ένιωθα κάτι σαν ακίδα, αρκετά μυτερή.
«Το ταξίδι ξεκινάει σε λίγο για σένα, τομάρι» άκουσα να μου λέει μία από τις Ίριδες.
Πριν προλάβω να απαντήσω οι Αλέξανδροι και οι Ίριδες με κατηγορούσαν για τους φόνους τους. Στα λίγα που μπορούσα να καταλάβω, καθώς φώναζαν όλοι μαζί, ήταν ότι τους αποκεφάλισα και πέταξα το κεφάλι του Αλέξανδρου στη θάλασσα και της Ίριδας μέσα σε ένα γήπεδο. Δεν κατάλαβα εάν όντως διέπραξα τους φόνους σε αυτά τα μέρη, αλλά ότι εκεί παραπέταξα τα κεφάλια των θυμάτων μου.

«Ώρα Ελλάδας 16:59!» ανακοίνωσε ξανά η μηχανική φωνή.
Υπήρχε μία γενικότερη σύγχυση μες το κεφάλι μου. Καθόμουν στη θέση κάποιου σκάφους και σε λίγο θα ξεκινούσε ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό. Οι φωνές των παιδιών με κατηγορούσαν για πράγματα άγνωστα σε μένα και η εικόνα του γιου μου δε λέει να φύγει απ’ το κεφάλι μου. Χαμογελαστός, όπως την τελευταία φορά που τον είδα.
«Μπαμπά είναι άδικο, αλλά μάλλον δεν μπορούσαμε να κάνουμε και πολλά τελικά. Τώρα θα ταξιδέψω και θα πάω στον “Μπλε”. Θα σε περιμένω να έρθεις να με βρεις, να περπατάμε πάνω στη λεία γαλάζια επιφάνεια, αλλά μην έρθεις μόνος σου. Φέρε μαζί και την Ίριδα. Μπορεί εκεί να με αγαπήσει!”
Και έτσι ο γιος μου έφυγε και πήρε μαζί του και τα τελευταία απομεινάρια της ψυχής μου.

«Τροφοδοσία!» είπε ξανά η μηχανική φωνή και η ακίδα βυθίστηκε στην πλάτη μου.
Το σώμα μου άρχισε να μυρμηγκιάζει.
“Ίσως φταίει η επιτάχυνση” σκέφτηκα.
Άρχισα να νιώθω φρικτούς πόνους στα χέρια, μετά στην κοιλιά και μετά στον λαιμό.
Σαν κάτι να ήθελε να βγει από το σώμα μου, το δέρμα μου πιεζόταν προς τα έξω και μύριζε καμένο.  Άρχισα να νιώθω μια συσσώρευση αίματος στο κεφάλι μου και μετά πόνο, φρικτό πόνο …

Ο ΓΙΟΣ

Η ώρα έλεγε 17:01 όταν απασφάλισα τη ζώνη μου και σηκώθηκα απ’ την καρέκλα.
Τα δεσμά στα χέρια μου είχαν λιώσει και μύριζε καμένο δέρμα. Η Ίριδα και ο Αλέξανδρος με κοιτούσαν μέσα από τις σφαιρικές τους κάσκες και κάτι λένε που δεν ακούω. Ίσως προσπαθούν κι αυτοί να καταλάβουν πως βρεθήκαμε σ’ αυτή την κατάσταση. Τα πάντα στον λευκό θόλο είχαν την προκαθορισμένη τους θέση και τα όργανά μου νιώθω να λειτουργούν κανονικά.
Εκτός μίας έντονης ναυτίας, η καρδία μου και το μυαλό μου δείχνουν στα όργανα τέλεια δραστηριότητα. Θα έλεγα ότι έχω και υπερδιέγερση, ειδικά στο μυαλό.
Στον τοίχο, απέναντι απ’ την καρέκλα μου, υπήρχε το διάγραμμα με τη “θεωρία του προκαθορισμένου” του φίλου μου του Γιάννη.
Το φως – μέσω του αιθέρα – μετέφερε τις πληροφορίες του για το τέλος του κόσμου και την αρχή των αναμνήσεων. Ο ξανθός κύριος με τα μούσια και τον λευκό μανδύα ήμουν εγώ, ο άνθρωπος που πέρασε από το τέλος και ξανάρχισε απ την αρχή.
Κοίταξα ξανά το ρολόι μου, από συνήθεια, μιας και δεν παίζει κανέναν ρόλο ο χρόνος πια και ήταν 19:00.
Πότε πέρασε η ώρα;” σκέφτηκα, αν και καταλάβαινα ότι όσες φορές και να κοιτάξω το ρολόι μου θα δείχνει άλλη ώρα.Ο χρόνος τελείωσε. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο.
Η Ίριδα και ο Αλέξανδρος με πλησίασαν παγωμένοι.
«Καπετάνιε που βρισκόμαστε;» ρώτησε η κοπέλα.
«Στον “Μπλε”» απάντησα με βεβαιότητα. «Μας περιμένει καιρό τώρα!»
«Ποιος μας περιμένει;» αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος. Τον κοίταξα με θυμό. «Ο αδελφός σου, ο φίλος σου, ο γιος μου!» του φώναξα.
«Τι λες Καπετάνιε; Ο γιος σου δε ζει πια. Το ξέχασες;» ούρλιαξε η Ίριδα.
Αντιλαμβανόμουν ότι πολύ δύσκολα θα καταλάβαινε κάποιος τι συνέβαινε. Ο γιος μου δεν πέθανε ποτέ. Ταξίδεψε μόνος του ως τον πλανήτη για να ζήσει ανθρώπινα και με αξιοπρέπεια. Το έκανε όμως σε κάποιο χρονικό θραύσμα που εμείς δεν βρεθήκαμε ποτέ ως σήμερα. Τώρα όμως είναι η ώρα να τον δούμε και να μας εξηγήσει τα πάντα.

Εξάλλου τον βλέπω.

Βλέπω έξω από τα στρογγυλά παράθυρα το γαλάζιο χρώμα του πλανήτη του.

Ώρες μετά ο θόλος συνετρίβη στην επιφάνεια του πλανήτη. Οι τρεις μας εφοδιαστήκαμε με τα απαραίτητα για να ξεκινήσουμε τη διαδρομή προς τη λύτρωση – του γιου μου. Το μονότονο τοπίο του πλανήτη δεν με κούραζε καθόλου, σε αντίθεση με τους συνοδοιπόρους μου.
Μετά από τριακόσια χρόνια πεζοπορίας στον πλανήτη, ο Αλέξανδρος έχασε τα λογικά του και αποπειράθηκε να μας σκοτώσει. Μάταια.
Τίποτα δε θα με εμπόδιζε να δω τον γιο μου ξανά. Τον σκότωσα εγώ με μία ακίδα που είχε βρεθεί σφηνωμένη στην πλάτη μου, τότε που ξεκίνησε το ταξίδι. Δεν του κράτησα κακία, παρά μόνο το κεφάλι. Για κανέναν δεν είναι εύκολο να περπατά τρεις φορές αιώνια και να μην φτάνει πουθενά. 
Ο γιος μου θα χαιρόταν να τον δει, έστω και έτσι. Εξάλλου και ο γιος μου μόνο κεφάλι είχε όσο ζούσε στη γη και ο Αλέξανδρος το γνώριζε καλά. Είμαι σίγουρος ότι ούτε κι αυτός μου κρατάει κακία.

Με την μέλλουσα σύζυγο του γιου μου, βρεθήκαμε γυμνοί σε έναν χώρο που έμοιαζε με τον παράδεισο. Καταπράσινες εκτάσεις μέχρι εκεί που τελειώνει το βλέμμα.
«Είμαι σίγουρη ότι δεν βγάζει πουθενά Καπετάνιε. Θα περπατάμε στην αιωνιότητα και αυτή όλο και θα μεγαλώνει μαζί με τη λαχτάρα σου να δεις το παιδί σου. Ας σταματήσουμε εδώ και ας περιμένουμε τον θάνατο»
Η Ίριδα άρπαξε από το έδαφος την ακίδα μου και έκοψε τον λαιμό της. Όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να τη σώσω.
Τριακόσια χρόνια τώρα, δεν κατάφερα να την πείσω να αγαπήσει τον γιο μου, γιατί αν το είχα καταφέρει θα περπατούσε, όχι άλλα τριακόσια, αλλά χίλια χρόνια να τον δει και να τον αγκαλιάσει.

Με τα δυο τους κεφάλια και γυμνός όπως ήμουν, περπάτησα περιμένοντας να γίνει κάτι να μεταπηδήσω σε άλλο χρονικό θραύσμα που θα με έφερνε κοντά στο παιδί μου κι κάποια στιγμή λιποθύμησα από εξάντληση.

Συνήλθα με τους ήχους των πουλιών και με τη μυρωδιά του φρέσκου χορταριού. Μπροστά μου είδα μία μικρή λίμνη και στις όχθες της υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι. Σήκωσα τα γέρικα κεφάλια από το έδαφος και πήγα να συναντήσω τον γιο μου. Ήμουν σίγουρος ότι αυτό το σπίτι είναι το σπίτι που ονειρευόταν πάντα.
«Ένα μικρό σπίτι μπαμπά, δίπλα στη λίμνη!» μου έλεγε ότι θα ήθελε στον “Μπλε” και το κατάφερε.
Χτύπησα την πόρτα, αλλά κανένας δεν απάντησε. Μπήκα δειλά και είδα την αναπηρική του καρέκλα δίπλα στο τραπέζι άδεια. Χάρηκα.
Ο γιος μου δεν την χρειάζεται πια” σκέφτηκα και υπέθεσα ότι θα είναι κάπου έξω στον αγρό να χορεύει ανάμεσα στα χορτάρια ή να κολυμπάει στη λίμνη.
Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι που τον είδα! Το παιδί μου ερχόταν σοβαρός προς την καλύβα κρατώντας μία γαλάζια σφαίρα.
«Γεια σου πατέρα» μου είπε ψυχρά σαν να με είχε δει και χθες.
«Έχω ετοιμάσει φαγητό. Θα πεινάς. Έκανες μακρύ ταξίδι»
Αμίλητοι καθίσαμε στο τραπέζι. Τρόπος του λέγειν το “καθίσαμε”, αφού αυτός έτρωγε όρθιος και εγώ στην αναπηρική του καρέκλα.
Μόλις τελειώσαμε το φαγητό μου είπε: «Έφερα και επιδόρπιο, φάε!» με πρόσταξε και μου πέταξε τη γαλάζια σφαίρα που κρατούσε. Την δοκίμασα δειλά και άρχισα να νιώθω μυρμήγκιασμα στο σώμα μου και φρικτούς πόνους στα χέρια, τα πόδια και τον λαιμό. Το σπλάχνο μου ήρθε από πάνω μου και με πίεση με τάιζε την σφαίρα μέχρι που ένιωθα την ψυχή μου να θέλει να βγει από το σώμα μου μέσω του κεφαλιού μου. «Φάε δολοφόνε!» ούρλιαζε μπροστά στο πρόσωπό μου και μου παράχωνε τη σφαίρα στο στόμα, μέχρι που έκανα εμετό και έχασα τις αισθήσεις μου.

«Ώρα θανάτου 17.01 και τριάντα δευτερόλεπτα» ανακοίνωσε η μηχανική φωνή και όλοι οι παραβρισκόμενοι ξέσπασαν σε γέλια και χειροκροτήματα.

FIN