MUTE : 1ο Μέρος

Οι στιγμές είναι τρύπες που εμφανίζονται αιφνίδια στον δρόμο μας.
Άλλοτε ρηχές και άλλοτε βαθιές, σημασία δεν έχει αν θα πέσεις μέσα τους (πράγμα που θεωρείται βέβαιο), αλλά πως θα συνεχίσεις μετά.
Ο δρόμος δεν είναι βατός για κανέναν και για να τον περπατήσεις με τις λιγότερες απώλειες συνήθως είναι θέμα τύχης· αλλά και διορατικότητας.

Κάποιοι προ-βλέπουν τη βαθιά τρύπα και μολονότι το πέσιμο μέσα της είναι μονόδρομος, πέφτουν με τα πόδια, ξεσκονίζονται, ξαναβγαίνουν έξω και προχωρούν. Άλλοι πάλι – όπως τα θηράματα των κυνηγών – βοσκάνε αμέριμνοι, μέχρι τη στιγμή που τρώνε μια σφαίρα στο δόξα πατρί και παρ’ τους μέσα. Υπάρχει βέβαια και μία κατηγορία ανθρώπων, που ψάχνουν εναγωνίως τις βαθιές τρύπες για να πέσουν μέσα από μόνοι τους και μοναχοί τους.

Ότι και να γίνει, οι τρύπες είναι δάσκαλοι καλοί και από τη στιγμή που θα παραπατήσεις μέχρι που να βρεθείς στον πάτο τους, έχεις ήδη πάρει το μάθημα. Όσο βαθύτερη η τρύπα, τόσο μεγαλύτερο το μάθημα, αλλά βέβαια, δυσκολότερη και η επάνοδος.
Καμιά φορά, το πέσιμο στην τρύπα εκτοξεύει και λάσπες που πιτσιλάνε συνήθως όσους περπατάνε δίπλα. Η νιτσεράδα ωστόσο, δεν είναι ρούχο που φοριέται συνέχεια και όταν φοριέται, ειδικά μέρα μεσημέρι με ήλιο και ζέστη, είναι ύποπτο. Γιατί, ω του θαύματος, πάντα προ της πτώσης – σε όποιου βάθους τρύπα – έχει καλό καιρό.

Αυτή δεν είχε προβλέψει να προστατέψει ούτε τον εαυτό της, ούτε τα παιδιά της από τη λάσπη και τη στιγμή της πτώσης λούστηκαν όλοι τους με τα λασπόνερα, ανεξάρτητα που δεν έπεσαν οι ίδιοι.
Εκείνος πάλι, στη θέα του ανοιχτού παράθυρου ένιωσε κάτι σαν λύτρωση και έτσι όπως ήταν πάντα σιωπηλός, έκανε ένα νεύμα σαν αποχαιρετισμό και βούτηξε στο κενό με αποφασιστικότητα, χωρίς να κοντοσταθεί καθόλου, ούτε λίγο πριν την άκρη του μπαλκονιού.

Κατά την πτώση πέρασε όλη η ζωή του μπροστά από τα μάτια του, κατά το κοινώς λεγόμενο, και μάλλον αυτό συνέβη πράγματι. Βρέθηκε ανάσκελα με διαλυμένα σχεδόν όλα τα κόκαλα του υπέρβαρου κορμιού του, με ανοιγμένο το πίσω μέρος του κρανίου του και απλωμένο σχεδόν στο διπλάσιο από το κανονικό πλάτος πάνω στο πεζοδρόμιο, αλλά στο πρόσωπο έμεινε σχηματισμένο ένα διάπλατο χαμόγελο. Εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι η απόφαση του ήταν απολύτως συνειδητή και το ταινιάκι της ζωής του τελικά του άρεσε. Αυτό το χαμόγελο δεν άφηνε καμία αμφιβολία περί του αντιθέτου.

Εκείνη δεν τον έκλαψε πολύ. Καίτοι αιφνιδιαζόμενη από την ξαφνική και τελική του απόφαση, δεν περίμενε και κάτι διαφορετικό. Μπορεί να μην περίμενε μια τόσο “ηρωική” έξοδο, αλλά για τη φυγή του είχε προετοιμαστεί χρόνια πίσω. Αυτή υπολόγιζε ότι η κατηφόρα άρχισε να παίρνει μεγάλη κλίση μερικούς μήνες μετά τον γάμο τους.

Δεν τον ήξερε καλά πριν φτάσουν στο σημείο να ενώσουν τις ζωές τους, αλλά ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και από τις δύο μεριές. Κάποιες μικρές υποψίες ότι κάτι δεν πάει καλά ξεπλύθηκαν εύκολα από τα σωματικά υγρά που αντάλλαζαν αδιάκοπα τον πρώτο καιρό. Όσο για τη δυσοσμία που ανέδιδε η άρρωστη ψυχή του, καλυπτόταν επιτυχώς από την μυρωδιά των στεγνωμένων σάλιων σε κάθε σημείο του σώματός τους.

Γρήγορα απέκτησαν το πρώτο τους παιδί και μετά από λίγο το δεύτερο και παρόλο που η ζωή τους δεν φαινόταν δύσκολη, τελικά ήταν. Σύντομα αυτός έπαψε να μιλάει και η μόνη τους επικοινωνία εξαντλούνταν στην επίλυση των καθημερινών ζητημάτων. Η σιωπή του σιγά σιγά έγινε αντιληπτή και εκτός σπιτιού, σε τέτοιο βαθμό, που οι κοινοί γνωστοί και φίλοι τής είχαν κρούσει τον κώδωνα.
«Γιατί δε μιλάς; Όλοι περιμένουν κάτι να πεις κι εσύ μούγγα!» των ρωτούσε επανειλημμένως.
«Βρες ένα θέμα και ξεκίνα μια κουβέντα επιτέλους! Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να σε συναναστρέφεται μόνο και μόνο επειδή αγαπούν εμένα!» συμπλήρωνε σχεδόν πάντα και αυτός κάθε φορά ξεστόμιζε την ίδια απάντηση: «Δεν βρίσκω λέξεις»

Με τα χρόνια η σιωπή του έγινε μόνιμη, που ακόμα και ο ίδιος απορούσε πως κατάφερνε να επιβιώνει σε έναν κόσμο που η δυνατότητα επικοινωνίας ήταν το κυριότερο χάρισμα που θα μπορούσε να έχει κάποιος. Κι όμως αυτός, ακόμα και αν δεν έβρισκε τις λέξεις, συνέχιζε να ζει, να εργάζεται, να τον αγαπούν τα παιδιά του, αλλά ακόμα κι αυτή. Αυτό θα ήταν και το ισχυρότερό του επιχείρημα για να δικαιολογήσει την βουβαμάρα του, αν φυσικά άνοιγε το στόμα του να το πει. Αλλά όπως έλεγε, δεν έβρισκε τις λέξεις.

«Κάτι έχει που δεν μπορώ να το εξηγήσω», δικαιολογούνταν στις της φίλες της, «κάτι σαν δύναμη εσωτερική, που πείθει ακόμα και σιωπηλός»
Αυτός συμφωνούσε βουβά μαζί της. Πίστευε, ότι ακόμα και αν λείπει ο ήχος μπορείς να μιλήσεις. Ένιωθε ότι ήταν ικανός να συνδιαλλαγεί για τα πιο δύσκολα ζητήματα χωρίς να χρειαστεί ν’ ανοίξει το στόμα του. Αντιλαμβανόταν ότι όποιος θέλει να τον ακούσει, ο ήχος δεν αποτελούσε τροχοπέδη. Το μεγάλο ερώτημα ήταν, ποιος ήθελε να τον ακούσει. Γι’ αυτόν το ζήτημα ήταν λυμένο: “Ας με ακούσει αυτός που θέλει. Κι αν δεν ηχώ, δε σημαίνει ότι η μουσική δεν παίζει μέσα μου!”

Φυσικά, η σταδιακή σίγαση δεν ήταν επιλογή του. Απλά κάποια στιγμή συνέβη, αδυνατώντας να εκφράσει αυτό που είχε μέσα του. Εντέλει αποχώρησε οριστικά με αυτό το απλό νεύμα αποχαιρετισμού, αφού όσο κι αν προσπάθησε τη στιγμή εκείνη να πει κάτι, οι φωνητικές του χορδές είχαν ξεχάσει να λειτουργούν. Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι μόνο εκείνη τη στιγμή και μετά από πολλά χρόνια, είχε βρει εκείνες τις λέξεις που θα εξηγούσαν τα πάντα.

Τα χρόνια πέρασαν κι αυτός ξεχάστηκε. Εκείνη, έφτιαξε επιτέλους τη ζωή της όπως επιθυμούσε και ο νέος της σύζυγος ήταν αποδεκτός από τον κύκλο της, όχι μόνο γιατί την έκανε ευτυχισμένη, αλλά κυρίως γιατί ο άνθρωπος μιλούσε. Μπορεί βέβαια να υπήρχαν στιγμές που μίλαγε χωρίς να λέει τίποτα, αλλά πέρναγε η ώρα. Θαρρείς πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να περάσει απλά ο χρόνος μέχρι να πεθάνουν και στο μεταξύ να μην έχουν πει τίποτα.

Τα δύο του παιδιά, είχαν διατηρήσει στη μνήμη τους μία θαμπή εικόνα και τίποτα άλλο. Δεν είχαν να θυμηθούν τίποτα απ΄ αυτόν, γιατί οι θύμησες τις περισσότερες φορές έχουν και ήχο και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτός έλειπε ολοσχερώς. Τα παιδιά δεν είχαν ακούσει τον πατέρα τους να μιλάει, και μολονότι αισθανόντουσαν την αγάπη του, δεν την είχαν ακούσει με λέξεις.

Τέλος 1ου μέρους