Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΡΑΣ

Καταχανάς: Κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας

Μετά τον θάνατο του αντρός της, η χήρα του Γιώργη Λουπάκη κλείστηκε στο σπίτι της και δεν έβγαινε μήδε σε γιορτές, μήδε σε σκόλες. Λίγα τρόφιμα που χρειαζόταν, τα άφηνε η ανεψιά της στην πόρτα της και το βράδυ η χήρα τα έσουρνε μέσα. Η Μαρία ήταν παντρεμένη με τον Γιώργη είκοσι ολόκληρα χρόνια, αλλά παιδί δεν εκάμανε. Ο Γιώργης – αν και ήθελε κοπέλι – δε μάνισε μήδε μια φορά στη γυναίκα του, γιατί όπως έλεγε: η Μαριώ ντου ήτανε κοπέλι στην ψυχή. Δεκάξι χρονώ ήταν η Μαρία, όταν την είδε για πρώτη φορά ο Γιώργης, και τη ερωντεύτηκε ντελόγο. Τη ζήτησε απ΄ τον κύρη της και λίγο καιρό μετά στεφανωθήκανε. 

Πέρασαν ένα δυο χρόνια, αλλά η Μαρία δε γκαστρωνότανε. Αφού δοκίμασαν όλες τις μεθόδους, είδαν κι απόειδαν και στο τέλος το χώνεψαν ότι θα μείνουν άκληροι. Η Μαρία, είχε περάσει μιαν αρρώστια – μωρό ακόμα – και μάλλον είχε ΄πομείνει στέρφα απ΄ αυτό. Κανείς δεν εγνώριζε. Κανείς δεν ερώτηξε.
Τα χρόνια του γάμου τους ο Γιώργης την είχε βασίλισσα. Ήταν βλέπετε ότι του ΄χε απομείνει του παντέρμου. Ορφανός από πατέρα και μάνα, ο Γιώργης μεγάλωσε στα βουνά και δεν είχε νιώσει αγάπη για κανέναν, ώσπου απαντίχνησε το Μαριώ του. Της έδωσε τη ζωή του ούλη, αλλά αυτή δεν εκαμώθηκε να του κάμει κοπέλια. Ας είναι. Έζησαν ευτυχισμένοι και χωρίς αυτά. Η Μαρίω όμως εμαύριζε.  

Μια μέρα, ο Γιώργης αρχίνησε να αγγελοσκιάζεται. Ήβλεπε λέει, τον εαυτό του ανάσκελα, χωμένο μέσα σε μια τρύπα και γύρω του χιλιάδες χοχλιοί να τονε τρώνε. Την επόμενη μέρα απ’ το όνειρο, βρέθηκε με μια τρύπα στην κεφαλή – μάλλον από αξίνα – παραχωμένος σ’ έναν πρόχειρα σκαμμένο λάκκο, με το σώμα του γυμνό κι αλειμμένο με μια περίεργη γλίτσα. Ηντά ΄τανε να της το πουν της Μαρίας ότι ο άντρας της βρέθηκε αδικοθάνατος, σα το σκυλί. Εκλείστηκε μέσα και δεν ξανάβγε, παρά μιαν αργαντινή έναν χρόνο μετά. Σα νεκρή – αλλά ζωντανή – γύριζε μες στο χωριό, με το βλέμμα της στυλωμένο στην κοιλιά της. Εφώναζε δε: “Είμαι βαρεμένη!”

Πολλά δεν μπορούσαν να εξηγήσουν στο χωριό: Δεν ήταν που η Μαρία δεν έμεινε πιστή στον Γιώργη – εξάλλου χήρα ήταν, κάποιος θα τηνε καβαλίκεψε, αλλά μήπως τελικά ο μακαρίτης ήταν άβγιος; Από την άλλη, ετοτεσάς, οι άνδρες εδοκίμαζαν πολλές θηλυκές και ο Γιώργης ήταν πρώτος παιχνιδαμάτης. Πολλά κοπέλια στο χωριό του ‘τανε φτυστά. Απ’ ότι φαίνεται, και ο Γιώργης, αλλά και η Μαρία μπορούσαν να κάμουν κοπέλια. Τότε γιάντα δεν ήκαμαν;
Ορκιζόταν στο βαγγέλιο η Μαρία, ότι ένα χρόνο – όσο δηλαδή πενθούσε τον Γιώργη – δεν είδε άθρωπο. Μόλο την ανεψιά της γρικούσε όταν της άφηνε το φαγητό στην πόρτα και ώρα μετά άνοιγε δειλά και το τράβαγε μέσα. Δεν είχε δώσει η δύστυχη δικαιώματα, ούτως ή άλλως. Όσο ήταν παντρεμένη με τον Γιώργη είχαν να το λένε στο χωριό: «Παναγία του στέκεται του αντρός της!». Οι μαυροπουκαμισάδες, ούτε για τη μα τους δεν ήταν τόσο σίγουροι όσο για το Μαριώ. Ήντα ‘γινε λοιπόν; Πως επόμεινε βαρεμένη;
«Άμωμος σύλληψις!» ανακοίνωσε περισπούδαστα ο παπάς και εξεκκίνησαν ούλοι τούς σταυρούς. Ξαφνικά το κονάκι του μακαρίτη και της γκαστρωμένης γυναικός του εγέμισε αθρώπους: Παπαδαριά από τη αρχιεπισκοπή πρώτοι – πρώτοι κατέφθασαν να επιβεβαιώσουν το θάμα, αλλά και άρρωστοι από τα διπλανά χωριά, στέρφες κόρες και άσφαιρα παλικάρια, μαζώχτηκαν όλοι εκεί για το σωσμό τους – όπως ο καθένας απ΄ αυτούς νοούσε τον σωσμό του.

Η κακόμοιρη η Μαρία, που δεν της έφτανε που είχε χάσει τον άντρα της, αλλά και που τη σπορά αγνώστου είχε στα σωθικά της, ήπρεπε να εξηγεί τα ανεξήγητα. Οι μαμές μέχρι και δαχτύλια της έβαζαν για να επιβεβαιώσουν, ότι τουλάχιστον δε είναι παρθένα, «Γιατί Παρθένα ήταν μόνο η Παναγία!» είπε ο αρχιεπίσκοπος και συμφώνησαν όλοι οι παρατρεχάμενοι. «Έχουμε να κάνουμε με ειδική περίπτωση» εξηγούσε ο ίδιος, «μία απλή γυναίκα κατέστη σε ενδιαφέρουσα, χωρίς την απαραίτητη σωματική επαφή» έλεγε και η αμηχανία του ήταν εμφανής. «Πρόκειται αδιαμφισβήτητα περί θαύματος του Κυρίου, χωρίς όλοι εμείς οι αμαρτωλοί να κατανοούμε τον λόγο» κατέληξε και οι υπόλοιποι συμπλήρωσαν: «Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου!» και σταυροκοπήθηκαν. 

Ο καιρός περνούσε και η εγκυμοσύνη είχε πια αρχινήσει να φαίνεται. Η ανεψιά της Μαρίας εντωμεταξύ, είχε βγάλει παρά με ουρά, αφού εκμεταλλευόμενη το θαύμα, ζητούσε πέντε δραχμές της κρητικής πολιτείας, για κάθε μουσαφίρη της  «Παναγίας της Μεσσαράς», όπως άρχισαν να αποκαλούν τη Μαριώ. Η «Παναγία» πάλι είχε πειστεί ότι ο Θεός την είχε επιλέξει για να διαδώσει τον λόγο του και ήταν άβγαλτη απ’ την εκκλησία. 

Την παραμονή του Ευαγγελισμού, που γιάγερνε σπίτι της από τον εσπερινό, η Μαρία ένιωσε κάτι ανεξήγητο να συμβαίνει μέσα της. Κάτι τόσο πρωτόγνωρο που την ήκαμε να ντραπεί τόσο, που επιτάχυνε το βήμα της και γρήγορα μπήκε και διπλοσφάλισε τη πόρτα. Βιαστικά αποφόρεσε τα μαύρα ρούχα της, έβαλε τη νυχτικιά της, και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ούτε προσευχή ήκαμε, ούτε καντήλι άναψε για τον μακαρίτη τον Γιώργη, απλά κρύφτηκε κάτω από την μάλλινη κουβέρτα, σα να φοβόταν μην την έβρει το κακό. Το κακό όμως κρύβεται μέσα μας και η «Παναγία της Μεσσαράς» δε διέφερε σε τίποτα από τις άλλες γυναίκες, εξόν που δεν εκάτε΄ε τον πατέρα του παιδιού τζης.
Τα δυο της χέρια, σχεδόν αυτόνομα, ανασήκωσαν τη νυχτικιά και αρχίνησαν να πασπατεύουν εκειά κάτω. Μετά, η μια τζης χέρα ακούμπησε – το αμάλαγο εδώ και καιρό – στήθος της και όσο η Μαριώ έλεγε όι, τόσο οι χέρες της την ήκαμαν να αναριγεί. “Τι ντροπή!” σκεφτόταν όσο βρισκόταν υπό την κυριαρχία της λαγνείας, λουσμένη στον ίδρο. Μια γρα τριάντα εφτά χρονώ, που δε φτάνει που ΄μεινε βαρεμένη – ο Θεός ξέρει πως, αναστατωνόταν πια απ’ το διάολο. Εκείνο το βράδυ τις μπήκαν οι ιδέες: “Κι άμα δεν είναι του Θεού και είναι του εξαποδώ;”

Την επόμενη μέρα το χάραμα εντάκαραν να βαρούν οι καμπάνες και όλοι άρχισαν να γλακούν προς την εκκλησιά. Εκεί μια ντουζίνα αντράκια του χωριού, που το μεγαλύτερο θα ΄ταν δεκαοκτώ χρονώ, είχαν πιάσει τον παράουρο τον Μύρο και τον βωλοσέρνανε κάτω στο χώμα. «Μαρτύρα διάολε!» του φώναζαν και αυτός βρουχούταν και αγγρίγευε ωσάν το οζό. «Κιοσές μου είπε να τονε σκοτώσω!» φώναξε τελικά ο Μύρος και επόθανε από το ξύλο. Στο χωρίο μάθανε αργότερα, ότι τ’ αντράκια, που ‘χανε πάει για κοτσύφια, βρήκαν τον Μύρο να κάθεται πάνω από τη βούβα όπου βρέθηκε ο Γιώργης και να κλαουρίζει. Του παίξανε μια δυο κατακεφαλιές κι αυτός μαρτύρησε αμέσως. Είπε περίεργα πράγματα ο Μύρος. Πράγματα ακατανόητα, διαβολικά.

Η κρητική χωροφυλακή έφτασε εκεί τ’ απόγευμα της ίδιας μέρας. Αφού ανέκριναν όλο το χωριό για το συμβάν με τον Μύρο, έφτασαν και στο θάνατο του Γιώργη. Γρήγορα έβγαλαν το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι η Μαρία διατηρούσε σχέσεις με τον Μύρο και αυτός μη αντέχοντας να τη μοιράζεται με τον άντρα της, του ΄παιξε μία στην κεφαλή με την αξίνα για να τονε βγάλει από τη μέση. Αποδείξεις για το φονικό δε βρέθηκαν κι έτσι έκλεισαν και τις δύο υποθέσεις γρήγορα και η ζωή συνεχίστηκε στο χωριό.

Ούλοι άφησαν πίσω τους τα φονικά και συνέχισαν τη ζωή τους. Ακόμα και τα αντράκια επικαλέστηκαν έγκλημα τιμής και τη γλίτωσαν με μερικές βουρδουλιές στο μεϊντάνι. Η Μαρία όμως στιγματίστηκε για πάντα και κει που ήταν η εκλεκτή του θεού, της ρίχνανε φτυσιές στα μούτρα. Μέχρι και η ανεψιά της την ήκαμε πέρα, αφού ήπαψε και αυτός ο ιδιότυπος τουρισμός που την είχε κάμει παραλού.
Η Μαριώ όμως ήξερε καλά, ότι είχε σταθεί πιστή στον Γιώργη της – και στη ζωή τους και στο θάνατο. Κατανοούσε τη δυσπιστία του χωριού και καταλάβαινε ότι όσο εύκολα σε τάσσουν με το Χριστό, τόσο γρήγορα σε βάζουν να πορπατείς στον γολγοθά ντου, μέχρι να σε σταυρώσουν. Αυτό περίμενε πια η Μαρία. Να τη “σταυρώσουν”. Και ήξερε ότι μόλις γεννήσει θα της έπαιρναν το κοπέλι και θα τη έστελναν να αναπαυτεί ανευλόγητη σε μια βούβα πλάι στον Γιώργη της.

Η “Παναγιά της Μεσσαράς” όμως, δεν άντεχε μπλιό την κατακραυγή και ένα βράδυ αποφάσισε να κρεμαστεί: “Ούτε το κοπέλι μου θα ευτυχήσει” σκέφτηκε. “Πάντα θα ανεζητεί τον πατέρα του και δε θα βρεθεί άθρωπος που να κατέ΄ει ήντα να του πει!”
Πήρε το σκοινί, έσαξε μια γερή θηλιά, είπε τα πατερημά της και ανέβηκε στη καδέγλα. Την ώρα που αναστουλουχούταν και σκεφτόταν μήπως κάμει λάθος, είδε μια σκιά να περνάει από μπρος της, τόσο γλήγορα, που πριν καταλάβει ήντα ‘ταν αυτό, ήπεσε η έρμη και κρεμάστηκε ωσάν τον Ιούδα στη συκιά. Καθώς εσπαρταρούσε σα το ψάρι, η σκιά στάθηκε μπρος της και της εσήκωσε τα πόδγια τζης, ώστε να μη κρούβγεται μπλιο. Η Μαρία στεκόταν κανονικά στο αέρα, μέχρι που η θηλιά έλιωσε και η σκιά την ακούμπησε απαλά πάνω στο ντιβάνι. Εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την πόρτα και η σκιά με μιας εξαφανίστηκε. Η βαρεμένη δεν εκάτε ’ε ήντα της συνέβαινε. Βήχοντας έφτασε στη πόρτα όπου ήταν το Γιαννιό: «Ο Κωστομανώλης σε ζητεί!» της μήνυσε και έφυγε. 

«Κωστομανώλης» ήταν το παρατσούκλι του Μανώλη Κωστάκη, του γηραιότερου και σοφότερου κάτοικου του χωριού. Όντα σε γύρευγε ο Κωστομανώλης ήπρεπε να απαρατήσεις ότι ήκαμες και να γλακίσεις να δεις ήντα θέλει. Έτσι και η βαρεμένη επαράτησε τον κρεμασμό τζης και πή’ε στο κονάκι ντου.
«Άκου Μαριώ» ξεκίνησε αυτός. «Εγώ ήξερα και τη γιαγιά σου και το παππού σου. Ο παππούς σου ήταν καλός άθρωπος, αλλά δεν ήκαμε κοπέλια. Δηλαδής δεν ήκαμε κοπέλια όσο ζούζε!» είπε στη Μαρία και αυτή ολόδρη τον εξάνοιγε με προσοχή. Η Μαριώ, η γιαγιά σου, ήταν στέρφα και ήθελε πολύ κοπέλια, αλλά ο παππούς σου επόθανε στο μεταξύ από λύσσα. Δύο μήνες μετά που τον εβάλαμε στο νταβούκι του, η γιαγιά σου εντάκαρε να ξερνοβολά και μερικούς μήνες μετά, εγέννησε ένα κοπέλι ώ χαρώτο! Όμως δεν κοιμότανε ποτέ». «Γιάντα μου τα λες ετούτανε να πράματα Κωστομανώλη;» ρώτησε η Μαριώ.
«Ήπιασα ένα κοπέλι, απ’ αυτά που εκατασβόλωσαν τον Μύρο και μου είπε ήντα τους μαρτύρησε!»
Η Μαρία άκουσε τον γέρο με προσοχή και εντάκαρε να κλαουρίζει.
«Μη κλαις κόρη μου! Δε λέω ότι έγινε και σε σένα το ίδιο, αλλά είπα να στο πω» και έριξε ένα ρακάκι μέσα του.

Στο δρόμο για το σπίτι της, η Μαρία σκεφτόταν ήντα της είχε πει ο Κωστομανώλης: Της μίλησε για παιδιά που γεννιόντουσαν και έμεναν άυπνα μέχρι πέντε χρονώ και μετά εποθένανε ξαφνικά. Και όντα τα σήκωνες ήταν αλαφριά και λυγάγανε σα να μην είχαν κόκκαλα. Η γιαγιά τζης είχε χάσει δύο παιδιά μ΄ αυτό τον τρόπο, μέχρι που γέννησε τη μα τζης. Της είπενε για στέρφες κόρες και γρες όπου ΄πομένανε βαρεμένες και γεννάγανε τέθοια κοπέλια. Της είπε όμως και για τον παράουρο τον Μύρο, όπου πριν ποθάνει μαρτύρησε ότι ο Γιώργης τον είχε βάλει να τον εσκοτώσει, για να κάνει ευτυχισμένη τη γυναίκα ντου. 

Μόλις νύχτωσε, η Μαρία εξαντλημένη απ’ το κλάμα, έπεσε για να κοιμηθεί. Όσο κι αν τη στοίχειωναν αυτά που της είπενε ο Κωστομανώλης, είχε ύπνο βαθύ και γλυκό.
Το πρωί εξύπνησε χαρωπή και εβγήκε στο μεϊντάνι. Ότι κι αν άκουε να της λένε, δεν στεναχωριούταν. Μόλο για το παιδί τζης δε ήθελε να ακούει πράμα και αγγρίγευε σε όποιον έλε’ε κάτι. Η Μαρία δεν εκάτε’ε γιάντα ήταν ετσά χαρούμενη, όμως δεν τηνε επείραζε καθόλου. Το μόλο που εκάτε’ε ήταν ότι ήθελε να γεννήσει κιονά το κοπέλι. Το δικό της κοπέλι.

Το βράδυ ο ίδιος χαβάς. Οι χέρες της στο μουνί της και στα βυζιά της, αλώνιζαν σα να μη τα κουλάντριζε αυτή, όμως της άρεσε. Δε την ένοιαζε μπλιό αν ήταν βαρεμένη, αν ήταν χήρα του Γιώργη, αλλά ούτε που την ένοιαζε που τηνε φωνάζανε “βρώμα” στο χωριό.
Αυτή είχενε βρει χαρά στα σκέλια τζης και αυτό εγίνηκε πρώτη φορά μετά το θάνατο του αντρός της. Ακόμη και με τον Γιώργη πράμα δε γινόταν. Αυτός ωσάν το βούι ξάπλωνε απάνω της και μόλις άφηνε την “πραμάτεια” του εκοιμόντανε σα το φίδι.
Είχε ακούσει ότι μερικές γυναίκες έχουν αναστάτωση στη γκαστριά πολύ μεγάλη και δεν ήταν κακό αυτό. Ίσως να χαιρόντουσαν που θα γεννούσαν το κοπέλι τους και η φύση τις επιβράβευε. 

Στα τελειόμηνα η Μαριώ είχε πλέον αποφασίσει ότι μόλις γεννούσε θα έπαιρνε το κοπέλι της και θα ‘φευγε για το Ηράκλειο. Είχε βρει μια μαμή από το διπλανό χωριό και την είχε ορμηνέψει, αμέσως μόλις έβγαζε το κοπέλι από μέσα της, να το ΄παιρνε μαζί της και θα ΄ρχόταν αυτή μετά από μια δυο μέρες. Φοβούνταν πολύ ότι θα της το παίρνανε το κοπέλι γιατί είχαν ακουστεί πολλά. Το χειρότερο όμως ήταν ότι είναι του καταχανά.

Της το ‘χενε πει ο Κωστομανώλης ότι τα σημάδια δεν ήταν καλά. Αν η Μαρία ήλεγε την αλήθεια – ότι δεν την είχε καβαλικέψει κανείς στο χρόνο μέσα – τότε τα πράγματα ήταν μετρημένα κουκιά: Ένας καταχανάς, ένα βράδυ που η χήρα εκοιμόντανε της έκαμε τη δουλειά και τη γκάστρωσε. Και αυτό γινόταν ακόμα πιο σίγουρο, γιατί η Μαρία ήταν στέρφα, όι γιατί είχενε αρρωστήσει μικιό, αλλά γιατί και η γιαγιά της ήταν το ίδιο.
«Οι καταχανάδες κόρη μου, είναι του διαόλου δουλικοί. Εψοφάνε σα τα οζά, αλλά το χώμα που τους πλακώνει, δεν είναι βαρύ» της είχε πει ο γέρος. «Ούλοι μπορούμε να καταχανέψουμε, αλλά θέλει απόφαση μεγάλη! Θέλει να ξεχάσεις τον Μεγαλοδύναμο και τότε ο διάολος σε επιβραβεύει με αιώνια κίνηση»
«Και ο Γιώργης μου ήντα σχέση έχει;» ερώτηξε η Μαρία. Ο γέρος κατέβασε μια ρακή και της ήπιασε τη χέρα: «Μαριώ μου, ο Γιώργης ήθελε να σου κάμει κοπέλια και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος. Από αγάπη το ‘κανε!»
Ή Μαρία κατάλαβε ότι μάλλον ο μακαρίτης ο άντρας της την εβόλεψε κάποιο βράδυ εκιονά  τον χρόνο. Και θυμήθηκε τις χέρες της που εκουλαντριζόντουσαν μόνες τους ακόμα και πρίν ΄πομείνει βαρεμένη. 

Τα νερά σπάσανε πρωί και το κοπέλι γεννήθηκε με τις υγείες του. Ένα κορίτσι ξανθό με ολογάλαζα μάθια. Ούτε του Γιώργη, αλλά ούτε της Μαρίας ήμοιαζε. «Ανάθεμά που πίστεψα τα ψόμματά σου!» εφώναξε ο Κωστομανώλης μόλις το εξάνοιξε προσεκτικά. Ο γέρος είχε πραγματικά εμπιστευθεί τα λόγια της Μαρίας και ήτανε σίγουρος ότι ο καταχανάς θα εμφανιζόταν στη γέννα. Μόλις η ανεψιά της Μαρίας του μήνυσε ότι σπάσαν τα νερά, ο Κωστομανώλης επήρε θέση απέναντι στα ολάνοιχτα σκέλια. Πράμα όμως δεν εγίνηκε. 

Αχάραγα την επομένη η Μαρία υποβασταζόμενη από την ανεψιά της, εσηκώθηκε να μολάρει για το Ηράκλειο. Επήρε δυο αλλαξιές ρούχα και σιγά σιγά θα έφτανε στο σπίτι της μαμής στο άλλο χωριό. Αφού την άφησε η ανεψιά της, πορπάτησε πολλή ώρα μοναχή της και έφτασε μεσημέρι. Αποκαμωμένη μπήκε μέσα σ΄ ένα αμπέλι και κάθισε στο μαλακό χώμα, να αλλάξει πανιά στο φρεσκοραμμένο πράμα της. Εκειά τηνε πήρε ο ύπνος τη δύστυχη λεχώνα και εξύπνησε όντα πια ήταν βράδυ. 

Αλαφιασμένη εμάζωξε τα ματωμένα πανιά, ήπιε μιαολιά νερό και εξεκίνησε πάλι για το χωριό της μαμής. Με το που βγήκενε πάλι στο στρατί και αφού πορπάτησε καμιά ώρα μεσ΄ τη νύχτα, είδε ξαφνικά μπροστά της ένα μπούγιο από ρούχα πεσμένα. Όσο πλησίαζε, τόσο καταλάβαινε ότι δεν είναι άδεια τσίτια, αλλά άθρωπος πεσμένος στο δρόμο. Με όση δύναμη είχενε, έτρεξε προς τα κει και είδε τη μαμή, καταδαγκωμένη σε ούλο της το σώμα. Της έλειπαν μάθια, μύτη, ακόμα και τ’ αχείλια της. Τα ρούχα της ήταν σκισμένα και τα σωθικά της χυμένα στο χώμα. 

Η ανεψιά της, που είχενε τελικά λυπηθεί τη Μαριώ και ούλη τη δυστυχία που περνούσε, της είχε πει ότι θα τη βοηθούσε να φτάσει λίγο έξω απ’ το χωριό το δικό τους και μετά θα την απαρατούσε μοναχή της γιατί σκιαζόταν. Είχενε πάρει το αυτί τζης τον Κωστομανώλη να λέει ιστορίες για καταχανάδες φρικτές. 

Αυτοί λέει – οι καταχανάδες – είναι βουρκόλακες βρωμεροί με όψη ξεθωριασμένη. Ούλοι τους είναι αψηλοί, λιγνοί και καμπούρηδες και το μαλλί τους και τα νύχια τους μακριά και βρώμικα, από το χώμα που κείτονται. Το σώμα τους, είναι πασαλειμμένο με μια γλίτσα, που κανείς δε γνωρίζει ήντα είναι και ούλοι οι καταχανάδες γλιτσιάζουν αμέσως μόλις ποθάνουν. «Είναι σημάδι ότι θα καταχανέψει ο νεκρός …» ήλεγε ο Κωστομανώλης που ήξερε πολλά. «Και τον Γιώργη σου έτσι δεν τον εβρήκανε;» είχε ρωτήξει η ανεψιά τη Μαρία, αλλά απάντηση δεν πήρε.

Καταμεσής της στράτας και με τη μαμή κομματιασμένη στα πόδια της, η Μαρία είχενε καταλάβει ότι ήπρεπε ο Θεός να της δώσει δύναμη να μην αποκριθεί σ΄ αυτόν που θα την φωνάξει. Τη νύχτα στην Κρήτη δεν πρέπει να γυρίσεις σε αυτόν που θα σε φωνάξει με τ’ όνομά σου, γιατί είναι σίγουρα τέθοιος βρώμος και θα σε πάρει μαζί του. Όμως το Μαριώ εγύρισε. Και δεν ημπόρ’ νε να κάμει αλλιώς. Το κοπέλι της εγρίκησε να κλαίει και γύρισε η κακομοίρα. 

Είδε η Μαριώ τον βρωμιάρη να ανεβαίνει τρέχοντας το λόφο με το κοπέλι της κλεμμένο. Είχενε την όψη μαύρη – πιο μαύρη από τη νύχτα – και αναριχούνταν στην ανηφοριά σα να μη πάταγαν οι πόδες του χάμω. Μια στιγμή κοντοστάθηκε, εξάνοιξε τη Μαρία και εξαφανίστηκε. 

Η Παναγία τότε επόθανε. Η Μαρία δεν είχενε λόγο να ζει μπλιο. «Κάλιο να μ΄ άφηνες να κρουφτώ εκεινέ τη μέρα, παρά να ζω ετσά!» του φώναξε, μα απάντηση δεν πήρε. Η λεχώνα – χωρίς κοπέλι – ήπεσε κατάχαμα και αρχίνησε το κλάμα. Ήκλαιγε τρείς μέρες και τρείς νύχτες και τη δύμαμή της δεν την ήχασε ούτε μια στιγμή.
Την εβρήκανε στο στρατί, ο Κωστομανώλης μαζί με την ανεψιά της, πετρωμένη με μάθια που δεν στέρευαν ποτέ και μια λιμνούλα είχενε σχηματιστεί εκειά που στάζανε τα δάκρυά της.

Τα χρόνια πέρασαν και το κοπέλι της Μαριώς δεν εβρέθηκε ποτές. Ο Κωστομανώλης ήζησε άλλα είκοσι χρόνια κυνηγώντας τον Γιώργη τον Λουπάκη. Έψαχνε απαντήσεις ο γέρος που είχενε πατήσει τα εκατό, αλλά ο Θεός δεν του ΄καμε τη χάρη. Επόθανε στο στρατί και οι υποτακτικοί του του έκαμαν κηδεία μεγάλη και για σιγουριά του κάρφωσαν και το παλούκι μέσα στην ακούνητη πια καρδιά ντου. Η ανεψιά της Μαρίας, η κόρη της αμπλάς της, ήφυγε από το χωριό και ίσως και από την Κρήτη. Το μόνο που ακούστηκε για κεινά είναι ότι ήκαμε ένα κοπέλι, που πόθανε μικιό και έκτοτε εχάθηκαν τα ίχνη της. 

Η Μαρία επόμεινε πετρωμένη να κοιτάει τον λόφο και σιγά σιγά η μορφή της άλλαξε και έγινε βράχος αγάριωτος, που από μέσα του ανάβλυζε νερό δροσερό που ξεδίψαγε τους ταξιδευτές. Εκατό – μπορεί και διακόσια – χρόνια μετά, πέρασε ο δρόμος και γκρεμίσανε το βράχο.
Έτσι ξεχάστηκε και η Παναγία της Μεσσαράς απ’ ούλους, εξόν από μια ξανθή γαλαζομάτα, που όσα χρόνια πέρασαν και όσα θα περάσουν, κάθε χρόνο γιαγέρνει εκειά και μιλάει αγαπητερά στη μάνα τζης.