Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟY ΤΖΑΚ

Στο χωριό Μαδοβούνι περίμεναν με ανυπομονησία εκείνη τη μέρα του χρόνου που θα ερχόταν ο θίασος.
Το μπουλούκι έφτανε στο χωριό κάπου στις αρχές της άνοιξης και συνήθως καθόταν εκεί πολλές μέρες. Καμιά φορά, που οι απαιτήσεις του κοινού ήταν τόσες πολλές, ο θίασος αναχωρούσε για το διπλανό χωριό στις αρχές του καλοκαιριού.

Το σύνηθες ρεπερτόριο ήταν ένα – δύο έργα, μολαταύτα, στην περίπτωση του Μαδοβουνίου, οι ηθοποιοί ήταν αναγκασμένοι να παίζουν και τα αουτσάιντερ έργα. 
Ο θίασος αυτός, όπως και οι περισσότεροι θίασοι που αλώνιζαν τότε την ελληνική επαρχία, είχε μία εξειδίκευση, τρόπον τινά, σε απλοϊκές διασκευές γνωστών γαλλικών φαρσοκωμωδιών, που σε συνδυασμό με λίγα στοιχεία βωντβίλ, δηλαδή με την προσθήκη ταχυδακτυλουργικών τρικ, χορού και άλλων τέτοιων παρόμοιων θεαμάτων, ο θίασος χάριζε το γέλιο στους κουρασμένους χωρικούς.
Στο Μαδοβούνι όμως οι κάτοικοι δεν αρκούνταν σε κωμωδίες ηθών και σε κουνέλια που εμφανίζονταν από καπέλα, και έτσι οι ηθοποιοί “εκτελούσαν” την Ηλέκτρα ή τον Ιππόλυτο, που εκ του πονηρού σκεπτόμενοι, ήξεραν ότι αυτές οι υποθέσεις θα άρεσαν πολύ στους κάτοικους του συγκεκριμένου χωριού.

Το χωριό δεν ήταν γεμάτο από καλλιεργημένους κάτοικους που επιθυμούσαν υψηλού επιπέδου τέχνη. Το κάθε άλλο. Όπως και σε όλα τα αντίστοιχα μικρά χωριά, οι κάτοικοι αποτελούνταν – ως επί το πλείστων – από αγρότες που ίδρωναν ως και το υγρό της κόρης του ματιού τους στον καθημερινό αγώνα και γύριζαν στο σπίτι τους, το βράδυ πια, αποκαμωμένοι. Και αν καμιά φορά η κούραση δεν ήταν μέχρι λιποθυμίας, έριχναν και κάνα γαμήσι στη σύζυγο. Όχι τίποτα εξαιρετικό, ίσα ίσα για να επιβεβαιώσουν ποιος είναι ο άντρας, αλλά κυρίως για να γίνει πιο γλυκός ο ύπνος, που τόσο τον είχαν ανάγκη.

Την περίοδο πριν την άφιξη του θιάσου, που συνήθως συνέπιπτε και με την περίοδο από τη σπορά μέχρι τον θερισμό, οι συνευρέσεις των ζευγαριών αυξάνονταν θεαματικά και ως εκ τούτου τα περισσότερα παιδιά γεννιόντουσαν χειμωνιάτικα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λεχώνες να προσπαθούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μέσα στο κρύο και αυτό χωρίς καμία βοήθεια, αφού οι άντρες είχαν ήδη ξεκινήσει τη σπορά του σιταριού και ήταν κατάκοποι και απόντες. Αυτό φυσικά από μόνο του δεν έλεγε τίποτα, γιατί απλά οι άντρες ήταν απόντες γενικά· είτε όργωναν, είτε έσπερναν, είτε θέριζαν. 

Οι καλές γυναίκες, αν και είχαν ζήσει πολλάκις αυτό το έργο με τα γεννητούρια, υπέμεναν στις ορέξεις των συζύγων τους γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Εξάλλου σε λίγο καιρό θα έφτανε το μπουλούκι και το πράγμα θα άλλαζε: Οι άντρες θα την έβγαζαν στο καφενείο του χωριού και οι γυναίκες θα μαζευόντουσαν κάθε βράδυ στην πλατεία να δουν το έργο που είχε ετοιμάσει γι’ αυτές ο θίασος. 

Η ετήσια επίσκεψη του θιάσου, βύθιζε σε βαθιά κατάθλιψη τον αντρικό πληθυσμό του χωριού, αλλά δεδομένης της απουσίας κάθε ψυχολογικής στήριξης, οι άνδρες παρέμεναν αμίλητοι όσο καιρό διαρκούσαν οι παραστάσεις. Ήταν κοινό και ανομολόγητο μυστικό ότι ο ερχομός του μπουλουκιού έφερνε μαζί και αυτόν. 

Τα αρσενικά του Μαδοβουνίου, έδιναν τα ρέστα τους πριν ο θίασος καταφθάσει και μετά έπαυαν κάθε επαφή, σωματική ή λεκτική με τις αγαπημένες τους συμβίες. Ήταν κάτι σαν ετήσια παράδοση, μόνο που δεν ήταν σαν το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα. Ήταν μια παράδοση θλιβερή και ακατανίκητη.
Το χειρότερο στην περίπτωση του συγκεκριμένου χωριού (γιατί δεν έχουμε πληροφορίες για τα διπλανά χωριά), ήταν ότι κάτι που δεν τ’ ομολογείς δεν μπορείς να το λύσεις, συνεπώς κάτι που δεν υπάρχει δεν μπορεί και να εξαφανιστεί. Είναι όμως αληθές ότι δεν ομολογούνται όλα. Η αιτία που καταρράκωνε τους άνδρες δεν ήταν δυνατόν να δημοσιοποιηθεί από κανέναν απ’ αυτούς. 

Αυτός, μέλος του μπουλουκιού από πάντα, έφτανε στο χωριό και σάρωνε κάθε υπόληψη, κάθε οικογενειακή ηθική. Ο θρύλος του προηγείτο του θιάσου και ήταν βέβαιο ότι ελάχιστα ενδιέφερε η υποκριτική του δεινότητα, όσο η δεινότητά του σε άλλους τομείς, λιγότερο καλλιτεχνικούς.
Ο Τζακ ή Ζακ, κατά κόσμον Δημητράκης Τζακρής έκανε μεγάλη καριέρα στα θέατρα της πρωτεύουσας τουλάχιστον καμία εικοσαετία πριν. Για λόγους που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί στο θεατρόφιλο κοινό, εν μία νυκτί ο Τζακρής εξαφανίστηκε από τις μεγάλες σκηνές και αν και έκανε απέλπιδες προσπάθειες να επανακάμψει, δεν τα κατάφερε τελικά. Αν και δεν διακρινόταν για την ευφυΐα του, κατάφερε να διαδώσει ότι ήταν δική του απόφαση να εγκαταλείψει το σανίδι στην Αθήνα και τάχθηκε στη διάδοση της θεατρικής τέχνης στην επαρχία, που τόσο έχει ανάγκη από ποιοτικά έργα. Έτσι ενσωματώθηκε σε έναν αρκετά μεγάλο θίασο και άρχισε να επισκέπτεται το κάθε κατσικοχώρι. Το πρώτο χωρίο που επισκέφθηκε ο θίασος ήταν φυσικά το Μαδοβούνι. 

Η πλατεία του χωριού ήταν γεμάτη. Άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν από νωρίς κουβαλήσει τα αυτοσχέδια στασίδια τους και είχαν καταλάβει κάθε πιθαμή της μικρής πλατείας, ενώ κάποιοι δεν έχασαν την ευκαιρία και έψηναν κοψίδια για το πεινασμένο φιλοθεάμον κοινό. Η παράσταση ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει κατά τις εννιά το βράδυ και θα διαρκούσε καμιά ώρα.
Οι κάτοικοι του χωριού είχαν δει κι άλλα έργα από τους περιφερόμενους θιάσους, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση είχε μία ιδιαιτερότητα: Πότε ξανά στο παρελθόν δεν είχαν ξαναδεί σταρ πρώτου μεγέθους από κοντά. Πράγματι, η φήμη του Τζακρή είχε φτάσει πολύ γρήγορα και οι χωρικοί αδημονούσαν να περιεργαστούν από κοντά έναν γνωστό ηθοποιό.
Όπερ και εγένετο! Μία λάμπα λουξ φώτισε την άδεια σκηνή και ξαφνικά έπεσε νεκρική σιγή. Λίγο μετά, ένας ευθυτενής, ψηλός και καλοδιατηρημένος σαραντάρης, με ένα κάπως περίεργο κοστούμι, περπάτησε αργά και στάθηκε στο κέντρο της σκηνής. Άρχισε να λέει τα λόγια του και σταδιακά εμφανίστηκαν και οι συμπρωταγωνιστές του. Μία ώρα μετά το έργο τελείωσε και ο κόσμος καταχειροκρότησε τον θίασο φωνάζοντας «Κι άλλο, κι άλλο!».

Οι ηθοποιοί των μπουλουκιών δεν είχαν σε καμία υπόληψη τους ηθοποιούς των μεγάλων σκηνών. Τους θεωρούσαν φλούφληδες που με το τίποτα κάνουν καριέρες και βγάζουν χρήμα με ουρά και δεν είχαν κι άδικο. Οι ηθοποιοί των μπουλουκιών πίστευαν ότι το θέατρο πρέπει να φτάνει σε κάθε πέτρα της χώρας. Θεωρούσαν ότι τα μεγάλα θέατρα ήταν απλησίαστα για τον φτωχό λαό και ότι όλος αυτός ο ελιτισμός θα έπρεπε να εκλείψει με μιας από την τέχνη.
Όταν ο Τζακ προσέγγισε τον θίασο για δουλειά, πάνω από τους μισούς ηθοποιούς είχαν αντιδράσει ώστε ο θιασάρχης να μην τον πάρει στη δούλεψή του. Αυτός όμως είδε στο πρόσωπο του Τζακ τη μεγάλη ευκαιρία, και τελικά, αν και υπό τον κίνδυνο οι μισοί του ηθοποιοί να τον εγκαταλείψουν στα μέσα της περιοδείας, ο θιασάρχης προσέλαβε τον Τζακρή με τη συμφωνία ότι και αυτός από τη μεριά του δε θα έκανε πράγματα που θα εκνεύριζαν τους συναδέλφους του. Ο Τζακ όμως, που δεν φημιζόταν για την οξύνοιά του, δεν κατάφερε να καταπνίξει τον άκρατο «ψωνισμό» του και λίγες ώρες πριν ο θίασος δώσει την πρώτη του παράσταση στο Μαδοβούνι, η κατάσταση ήταν τόσο τεταμένη που λίγο έλειψε να τιναχτεί όλο το εγχείρημα στον αέρα αν δεν επενέβαινε με απειλές και μπινελίκια ο ίδιος ο θιασάρχης.
Όλα του ξίνιζαν και όλα του βρώμαγαν του Τζακ. Από το μακιγιάζ, μέχρι τα φώτα. Από τον ρόλο του, μέχρι τις περούκες. Και επειδή ο θιασάρχης ήθελε τον Τζακ στο μπουλούκι του, αλλά δεν ήταν και κάνας χθεσινός, τον έστειλε στη σκηνή με μία προχειροραμμένη στολή του θεού Πάνα για να του δώσει ένα μάθημα.  

Δεν ήθελε και πολύ να γίνει το κακό. Οι χωριατοπούλες εντυπωσιασμένες από την εξωτερική εμφάνιση του Τζακ και όλο τον θρύλο που κουβαλούσε το όνομά του, άρχισαν να μαζεύουν τα σάλια τους από την κακοτράχαλη πλατεία. Ο πούτσος του Πάνα σφηνώθηκε στο κεφάλι των περισσότερων απ’ αυτές και δεν έφευγε από κει ούτε με εγχείρηση. Όλο αυτό το ματζαφλάρι που κρεμόταν ανάμεσα στα πόδια του, για τις γυναίκες του χωριού ανήκε στον ίδιο τον Τζακ.

Οι άνδρες του χωριού, σα κανονικά χάπατα, δεν είχαν πάρει μυρωδιά για ποιο λόγο οι γυναίκες πρώτες στήνονταν και τελευταίες έφευγαν απ’ την πλατεία, όσο καιρό ο θίασος βρισκόταν στο χωριό, μέχρι τη στιγμή που διέρρευσε το κακό νέο. 

Ο πρόεδρος του χωριού, για να ευχαριστήσει τον θίασο, μάζεψε ένα βράδυ τους ηθοποιούς και τους έκανε ένα τραπέζι τρικούβερτο. Την επόμενη μέρα η γυναίκα του προέδρου έφυγε εσπευσμένα με το μουλάρι για την κοντινή πόλη, γιατί ξαφνικά δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της και συν τοις άλλοις έτρεχε ποτάμι το αίμα από το πράμα της. 

Είχε πάει λέει το προηγούμενο βράδυ, μετά το γεύμα, να ξεναγήσει τον Τζακ και τους υπόλοιπους του θιάσου στο γεφύρι, αλλά τελικά επέστρεψε μόνη της με τον πρωταγωνιστή. Λίγο μετά άρχισε να παραπατάει, να ανεβάζει πυρετό και τελικά σωριάστηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του άντρα της μέσα σε μία λίμνη αίματος.
Οι συμπρωταγωνιστές του Τζακ δήλωσαν ότι πολύ πριν φτάσουν στο γεφύρι, η άτυχη γυναίκα συμπεριφερόταν περίεργα. Είχε ιδρώσει και μίλαγε ακατάπαυστα κοιτώντας επίμονα τον Τζάκ. Με την άφιξή τους στην μέση του τοξωτού γεφυριού άρχισε να τρέμει σύγκορμη να γελάει δυνατά και τα μαλλιά ήταν βρεγμένα τόσο πολύ, σα μόλις να βγήκε από το ποτάμι.
Όλο το μπουλούκι προσπάθησε να ηρεμήσει την οιστρήλατη γυναίκα, αλλά μάταια. Σαν αγρίμι ξέφευγε από τα χέρια τους και κατέληγε πάντα στην αγκαλιά του Τζακ, ο οποίος προσπαθούσε να την ηρεμήσει κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά του. 

Μετά από λίγο η έρμη γυναίκα ηρέμησε και κάθισε κατάχαμα. Επικράτησε για λίγο σιωπή και το μόνο που ακουγόταν ήταν η ροή του νερού στο ποτάμι.
«Θέλω να με πάρεις με τον γαϊδουρίσιο σου πούτσο!», ακούστηκε ξαφνικά από το στόμα της. Σηκώθηκε ήρεμα και άρχισε να πετάει τα ρούχα της από δω κι από κει.
Πολύ σύντομα ήταν ολοτσίτσιδη με τις ρώγες της ολόρθες στα πεσμένα της βυζιά και το πράμα της ένας κατάμαυρος θάμνος καταπιεσμένος ανάμεσα στα χοντρά της μπούτια. Πλησίασε με λαγνεία τον Τζακ που την κοίταζε αποσβολωμένος, τον πήρε από το χέρι και χάθηκαν μέσα στο δάσος. Κανείς από τους μάρτυρες του συμβάντος δεν ήξερε να πει τι έγινε έκτοτε. 

«Δε θα πείτε πουθενά τίποτα! Τ’ ακούτε;» πρόσταξε τους ηθοποιούς ο πρόεδρος, μόλις του εξιστόρησαν τα γεγονότα την άλλη μέρα το πρωί. «Ακόμα και να σας σταυρώσουν δε θα ανοίξετε το στόμα σας, αλλιώς θα σας σκοτώσω έναν έναν!» συνέχισε τις απειλές ο πρόεδρος, όσο η γυναίκα του βρισκόταν αναίσθητη σε ένα ντιβάνι εκεί κοντά στην εξώπορτα. Ο πρόεδρος αρνήθηκε κάθε βοήθεια που του πρόσφεραν οι καλοί ηθοποιοί (εκτός του Τζακ) και βρόντηξε την πόρτα. Λίγες ώρες μετά φόρτωσε τη γυναίκα του σα σακί σ΄ ένα μουλάρι και κίνησε για την πόλη.

Ο θίασος είχε παράσταση το ίδιο βράδυ αλλά δεν ήταν το ίδιο. Η απουσία της κυρίας προέδρου και του συζύγου της ήταν παραπάνω από αισθητές. Το σούσουρο που δημιουργήθηκε ήταν μεγάλο, ειδικά τη στιγμή που ο Τζακ βγήκε στη σκηνή. Ήταν προφανές ότι κάποιος είχε μιλήσει.
Λίγο πριν το φινάλε της παράστασης έφτασαν και τα άσχημα νέα: Η γυναίκα του προέδρου είχε πεθάνει πριν φτάσει στην πόλη και μάλιστα η κηδεία της δε θα γινόταν στο χωριό, με απόφαση του ίδιου του προέδρου. 

Ο θίασος έμεινε άλλες τρεις μέρες, αλλά χωρίς κοινό. Ίσως κάτι γριές και κάνας δυο γέροι να παρακολούθησαν τις τελευταίες παραστάσεις, αλλά κι αυτό δεν ήταν σίγουρο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι όλες οι γυναίκες από δεκαέξι έως πενήντα έξι και βάλε, κλειδώθηκαν στα σπίτια τους και όχι από μόνες τους. Τα αρσενικά του χωριού θυμήθηκαν τα βλέμματα των γυναικών τους, τα ξερογλυψίματα στα χείλη, την αναστάτωση στα πόδια και αφού δεν μπορούσαν να σταματήσουν τις σκέψεις τους, τις αμπάρωσαν μέχρι ο θίασος να πάει στο διάολο.

Ο χήρος πρόεδρος δεν απαγόρευσε στον θίασο να έρθει και την επόμενη χρονιά. Δε θα μπορούσε άλλωστε, γιατί δεν είχε τρόπο να αιτιολογήσει στους συγχωριανούς του την απόφαση του.
Όμως όλοι ήξεραν και όσο πλησίαζαν οι μέρες, οι άνδρες ζούσαν την εσωτερική τους κόλαση. Πώς θα μπορούσαν να συγκριθούν με τον Τζάκ; Πως θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα στην απαράμιλλη ομορφιά αυτού του άνδρα; 
Ήταν όμως και το θηριώδες πουλί του Τζακ, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο αυτό μεγάλωνε στα μυαλά των γυναικών, αλλά κυρίως στα μυαλά των ανδρών. 

Όλοι ανεξαιρέτως, φαντάστηκαν τις γυναίκες τους να καβαλάνε τον πούτσο του Τζακ και να κλαίνε από ηδονή και πόνο. Όλοι, νέοι και γέροι φαντάστηκαν τον Τζακ να γελάει εις βάρος τους και να δείχνει με τα δάχτυλα του χεριού του το μέγεθος των πουλιών τους και οι γυναίκες τους να συμμερίζονται την ειρωνεία και τόσο περισσότερο να καυλώνουν.
«Την πέθανε στο γαμήσι» σκεφτόντουσαν για τη γυναίκα του προέδρου και δεν μπορούσαν να δεχθούν ότι αυτοί ποτέ δε θα καταφέρουν να πεθάνουν τη γυναίκα τους στον πούτσο.
Η ήττα για τον αντρικό πληθυσμό του χωριού ήταν κατά κράτος και ήταν αυτονόητο ότι ο περιορισμός των γυναικών κατά την έλευση του μπουλουκιού θα τις έβαζε σε σκέψεις και δεν το ήθελε κανείς αυτό. Έτσι, χωρίς καν να το μιλήσουν μεταξύ τους, οι άνδρες αποφάσισαν απλά να κάνουν τους ανήξερους και να επιτρέπουν στις γυναίκες τους να δουν όσες παραστάσεις επιθυμούν, με την ελπίδα να μην είναι η γυναίκα τους αυτή που θα εμβολιστεί από τον Τζακ την επόμενη φορά και απλά απείχαν από τις παραστάσεις. Γιατί ότι δεν βλέπεις να συμβαίνει – αλλά κυρίως – ότι δεν βλέπουν οι άλλοι να συμβαίνει στη γυναίκα σου ή την κόρη σου, απλά δεν συμβαίνει. 

Έτσι κύλησαν τα χρόνια και το χωριό βρήκε σιγά, σιγά ξανά τον βηματισμό του. Οι άνδρες βρήκαν τη φόρμουλα να γαμούν αβέρτα πριν καταφθάσει ο θίασος μήπως και ανακόψουν λίγο την καύλα των γυναικών τους και έλπιζαν να τις γκαστρώσουν κιόλας. Τι διάολο, τόσο λυσσασμένες θα ήταν; 

Αρκετά χρόνια μετά, μαθεύτηκε ότι ο Τζακ σκοτώθηκε πέφτοντας από τη σκηνή.
«Πάτησε τον πούτσο του τραγιού και μπουρδουκλώθηκε!» διαδόθηκε σε όλα τα χωριά απ’ όπου είχε περάσει ο θίασος και σιγά σιγά με τα χρόνια ο Θρύλος του Μεγαλόψωλου Τζάκ εξασθένησε, μέχρι που χάθηκε οριστικά με τον τελευταίο κάτοικο του χωριού.
Δεν έγινε ποτέ σαφές πόσες γυναίκες γεύτηκαν τη γεύση του πουλιού του, αλλά και πόσες το επιθύμησαν και δεν το είχαν.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Τζακ έλεγε: «Όλοι για τον πούτσο μου μιλάνε κι εγώ δε θέλω ούτε να τον βλέπω. Είναι μικρός και με στεναχωρεί»