ΜΥΣΤΙΚΟ

Θα σας πω μια ιστορία παλιά.
Η ιστορία αυτή, δεν είναι διαφορετική από άλλες ιστορίες, άλλων ανθρώπων σαν κι εμάς. Κρύβει όμως ένα βαθύτερο νόημα, ένα μυστικό. Δεν αντιλέγω, ότι οι ιστορίες σας – όσο ελαφριές κι αν ακούγονται – έχουν κάποιο βάθος, αλλά αυτή είναι η δική μου ιστορία.
Είναι η ιστορία ενός που ήθελε να είναι άλλος.

Για να ακριβολογήσω, δεν θα ήθελα να είμαι άλλος, αλλά ο εαυτός μου αλλιώς. Ακούγεται λίγο μπερδεμένο, αλλά δεν είναι: Φανταστείτε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σας και μετά αναλογιστείτε πόσο από αυτόν τον εαυτό βλέπετε στον καθρέπτη το βράδυ, που πλένετε τα δόντια σας· γιατί αυτές οι δουλειές γίνονται καλύτερα το βράδυ.
Το πρωί είναι σκέτη παγίδα. Ξυπνάς και υπόσχεσαι στον εαυτό σου ότι σήμερα θα είναι η αρχή της υπόλοιπης ζωής σου. Η αλήθεια όμως “μας τα σκάει” το βράδυ της μέρας που έφυγε, χωρίς ούτε μια τόση δα υποψία του καλύτερού μας εαυτού να φανεί στον ορίζοντα. 

Που στο διάολο κρύβεται; Τί πρέπει να κάνω για να εμφανιστεί;

Έχω την απάντηση και μάλιστα θα σας την αποκαλύψω. Όμως θα σας πω πρώτα την ιστορία μου, αφού βέβαια δώσω ένα στοιχείο για να μη θεωρηθώ αγύρτης: Η ευτυχία ποτέ δεν έρχεται μόνη. Είναι απαραίτητο γι’ αυτήν να κουβαλάει μαζί της και παρέα.

Αν έβαζα έναν τίτλο στη ιστορία, θα ήταν ο βαρύγδουπος: “Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ ΕΑΥΤΟΣ”, ωστόσο προτιμώ τον τίτλο “Μυστικό”, γιατί ενέχει και μία δόση μυστηρίου και το μυστήριο είναι ο νέος μου τρόπος για να ζήσω μια καινούρια ζωή.

Ένα πρωί πριν πολλά χρόνια, έπινα τον καφέ μου και χτύπησε το τηλέφωνο:
«Ο κύριος Γιάννης;» ακούστηκε μια ευγενική φωνή.
Αφού τον διαβεβαίωσα ότι πράγματι εγώ είμαι ο κύριος Γιάννης, ο ευγενικός κύριος πέρασε στο παρασύνθημα: «Έχετε επιλεγεί να συμμετέχετε σε μία εκδήλωση για τον Κωστή Παλαμά»
Απόρησα, γιατί η σχέση μου με τον Παλαμά άρχισε και τελείωσε στο σχολείο και μάλιστα με απλή αναφορά στην ποιητική συλλογή “Τάφος”, που ο ποιητής είχε εμπνευστεί απ’ το παιδί που ‘χε χάσει.
Τότε, στο σχολείο, είχα θεωρήσει τελείως ξεδιάντροπο να πουλάς τον πόνο σου και μάλιστα 2 δραχμές (τόσο στοίχιζε η ποιητική συλλογή), αλλά μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι ο καλλιτέχνης αυτό κάνει στην ουσία: Πονάει και μετά πουλάει.
Γενικά μιλώντας, κάθε καλλιτέχνης είναι ένα ξεδιάντροπο ανθρωπάκι που πουλάει ακριβά ή φτηνά την δυστυχία, γιατί (πάλι γενικά μιλώντας) κανένας καλλιτέχνης δε θεωρείται της προκοπής αν το έργο του δεν έχει αρκετή δόση απαισιοδοξίας και πόνου.

Η περίπτωση Παλαμά λοιπόν, δεν με είχε απασχολήσει ποτέ σοβαρά και το τηλέφωνο αυτό με έβαλε σε σκέψεις, ακριβώς λόγω της γνώμης που είχα σχηματίσει γι΄ αυτόν.
Ώς μαθητής δεν το ‘χα σε τίποτα να γελάω με το γνωστό αστείο που λέγαμε στο σχολείο. Ακόμα κι όταν είχα ενηλικιωθεί για τα καλά, το  “Στ’ αρχίδια μας και μας! Κωστής Παλαμάς” με έκανε πάντα να χασκογελάω. Μάλιστα, ήμουν έτοιμος να το ξεστομίσω στον ευγενικό κύριο, αλλά ευτυχώς κρατήθηκα.

«Επιλέξαμε 19 συνθέτες να μελοποιήσουν από ένα ποίημα του Παλαμά και να το παρουσιάσουν σε μία εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί σε έναν χώρο του πανεπιστημίου στην Πλάκα» μου εξήγησε ο κύριος, που μου συστήθηκε ως ο υπεύθυνος της εκδήλωσης, από τη μεριά του πανεπιστημίου.

Είχα αιφνιδιαστεί αρκετά με αυτό το τηλεφώνημα και όταν με ρώτησε ποιο ποίημα θα επιθυμούσα να μελοποιήσω ήμουν έτοιμος να ξεστομίσω: «Ένα από τον “ΤΑΦΟ”!». Εντούτοις αποφάσισα ότι δε θα γίνω όμοιός του. Δε θα κάνω μάγκα κανέναν ποιητή που γράφει για το νεκρό παιδί του και θα μελοποιήσω κάποιο άλλο, πάλι δικό του βέβαια, αλλά χωρίς θανατικό και συμπαρομαρτούντα.

Κέρδισα λίγο χρόνο λέγοντας στον συνομιλητή μου, ότι δεν παίρνονται έτσι αυτές οι αποφάσεις και ότι θα κατέβαζα από τη βιβλιοθήκη μου τις ποιητικές συλλογές του ποιητή και θα αποφάσιζα.
Η παραπάνω πρόταση, ήταν όλη ένα ψέμα: Πρώτον και κύριον, δεν είχα ούτε μία συλλογή του Παλαμά, και δεύτερον (αλλά πάλι κύριον), η έκφραση “να κατεβάσω από τη βιβλιοθήκη μου” δεν ανταποκρινόταν καθόλου στα τρία ράφια που είχα όλα κι όλα και μάλιστα με βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας.
Για να μην είμαι όμως τελείως άδικος με τον εαυτό μου, η ραφιέρα, εκτός από Andrea Camilleri και Raymond Chandler, είχε και τα άπαντα του Σεφέρη, του Καρυωτάκη και του Καβάφη, καθώς είχα κάνει απόπειρες να τους μελοποιήσω στο παρελθόν, αλλά απογοητεύτηκα οικτρά και τους έφαγε η σκόνη εκεί πάνω τους έρμους.

Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο, έτρεξα στον Τσαμαντάκη και προμηθεύτηκα όλες τις ποιητικές συλλογές του Παλαμά. Ποιος να το φανταζόταν ότι θα βρισκόμουν στην ανάγκη του.

Μιας και ο υπεύθυνος της εκδήλωσης περίμενε άμεσα την απάντησή μου, άρχισα να ξεφυλλίζω τα βιβλία περπατώντας στους δρόμους του Πειραιά. Η επιπολαιότητά μου δεν είχε όρια, αφού είχα ήδη εντοπίσει ποιο θα ήταν το ποίημα πριν καν επιστρέψω στο σπίτι μου. Γενικά δεν ήξερα τι μου γινόταν, αλλά έπεσα πάνω σε αυτούς τους στίχους και σιγουρεύτηκα ότι το ποίημα αυτό γράφτηκε για να το μελοποιήσω εγώ, φτάνει βέβαια να μην το είχε ήδη επιλέξει κανένας από τους υπόλοιπους δεκαοκτώ που θα συμμετείχαν στην εκδήλωση:

“… γιατί από τη στιγμή τη μακρινή
που ήρθες, ξεχώρισες, Ψυχή λευκή σα Γαλαξίας,
απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας,
άδολη, πάναγνη έζησες, έλαμψες, μοσχομύρισες.
Γι’ αυτό μες στη γαλήνη την παντοτινή,
μες στην ασάλευτη γαλήνη εγύρισες!”

Ενώ ήξερα πολύ καλά ότι διάβαζα το τέλος του ποιήματος, δεν μπήκα καν στη διαδικασία να δω τον τίτλο του. Με είχαν συνεπάρει τόσο αυτοί οι στίχοι, που είχα σχεδόν γράψει τη μελωδία στο μυαλό μου.
Δεν πρόλαβα να μπω καλά καλά σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο: «Λοιπόν κύριε Αρχιμανδρίτη επιλέξατε;»

Πιο νέος ήμουν λίγο επαρμένος μαλακός, που παρ’ όλη τη συνολική άγνοια που είχα για την ζωή και κυρίως για την τέχνη, πίστευα ότι η ευκολία μου να κατανοήσω έναν στίχο ή να γράφω ένα μουσικό μοτίβο, με έδραζε σε ένα βάθρο ψηλότερα από κάθε συνομιλητή μου.
«… Γι’ αυτό μες στην γαλήνη την παντοτινή, μες στην ασάλευτη γαλήνη εγύρισες!»  απάντησα με τόλμη και ο συνομιλητής μου αποκρίθηκε αμέσως: « Τον Θάνατο της Κόρης; Θα μελοποιήσετε;» ρώτησε διστακτικά.
«Ναι γιατί; Το έχει επιλέξει κανένας άλλος;» ρώτησα θυμωμένος. 

Εδώ να πω ότι ο κωλοχαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται σε κάτι τέτοιες στιγμές:
Δεν περνούσε καν απ’ το μυαλό μου, ότι κάποιος θα είχε κάνει τόσο σοφή επιλογή όσο εγώ, ασχέτως του γεγονότος ότι η επιλογή έγινε στο πόδι.
Βέβαια, σε τέτοιες περιπτώσεις, βρίσκεσαι προ της ασχετοσύνης σου και εκτίθεσαι ανεπανόρθωτα. Τι θα συνέβαινε αν μου έλεγε ότι ο Κραουνάκης το έχει επιλέξει ήδη;
Μήπως τελικά θα έπρεπε να του απαντήσω: «Ένα από τον ΤΑΦΟ!»; Και αν με ρώταγε ποιό, τι θα του έλεγα; Να πάρει το μηδέν γιατί τάχα δεν τον ακούω καλά;
Ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα που βγάζω σήμερα, που γράφω αυτή την ιστορία, είναι ότι η έπαρση είναι κόρη της ασχετοσύνης. 

Όμως τα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν.
Ο καλός κύριος μου εξήγησε ότι αν και εξαίρετη επιλογή, το συγκεκριμένο ποίημα δεν το είχε επιλέξει κανείς λόγω μεγέθους. Οι υπόλοιποι συνθέτες, το απέφυγαν όπως ο διάολος το λιβάνι, αν και τους το είχε προτείνει και ο ίδιος. Αφού τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν απολύτως βέβαιος με την επιλογή μου, κλείσαμε το τηλέφωνο με την συμφωνία ότι θα ήταν έτοιμο σε μια βδομάδα, στην γενική πρόβα που θα γινόταν στον χώρο της εκδήλωσης.

«Με τιμωρεί ο κερατάς! Μα ο Θάνατος της κόρης;» σκέφτηκα για τον ποιητή.
Λίγο ο τίτλος του ποιήματος, λίγο οι σκέψεις μου για τον “ΤΑΦΟ”, λίγο η αηδία για τον εαυτό μου, δεν ήθελε και πολύ και το ‘ριξα στο μεταφυσικό· την αιώνια διέξοδο των προβληματικών προσωπικοτήτων.

Διαβάζοντας προσεκτικά τον “Θάνατο της Κόρης”,  κατάλαβα ότι ο Παλαμάς ήταν μεγάλος ποιητής. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια και για τις δύο πρώτες μέρες δεν ασχολήθηκα καθόλου με τη μελοποίησή του, αλλά διάβασα όλες τις συλλογές που έγραψε. Και τον “ΤΑΦΟ”!
Διαπίστωσα – κόντρα στις αναλύσεις διαφόρων ξενέρωτων φιλόλογων – ότι ως νέος ήταν καλύτερος ποιητής, αλλά κυρίως ανακάλυψα έναν δυστυχή άνθρωπο, που αναζητά την ευτυχία.

Δεν ήμασταν και πολύ μακριά λοιπόν με τον κύριο Παλαμά. Αναζητούσαμε κι οι δύο την ευτυχία, αλλά εις μάτην. Γλιστρούσαμε και οι δύο άκομψα από την πραγματικότητα στην φαντασία, από το τεκμηριωμένο στο μεταφυσικό και φυσικά από το εκθαμβωτικό λευκό στο μαύρο το κατράμι. Εκεί ήταν και το κομβικό σημείο που σταμάτησα να είμαι αυστηρός με τον ποιητή και συνειδητοποίησα το μέγεθος της άγνοιάς μου. Και καμία σημασία δεν έχει η γενική άγνοια, όσο η άγνοια για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ξάφνου κατανόησα και τους “Θάνατους της Κόρης” και τους “ΤΑΦΟΥΣ” και ότι άλλα σκατά είχε γράψει αυτός ο άνθρωπος. Ήταν ο τρόπος του να σβήσει την αιώνια λύπη, που εγώ δεν προσπάθησα ποτέ να κάνω μέσω της τέχνης μου, αλλά αντίθετα, χρησιμοποιώντας την τέχνη μου μόνο κόμπαζα ανούσια. Έτσι έπειθα τους αδαείς ότι κάποιος είμαι, αλλά στην ουσία ήμουν άδειος. Και μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι δε βρίσκεις τίποτα. Ούτε την ευτυχία. 

Δύο μέρες πριν την γενική πρόβα, δεν είχα καταφέρει να γράψω νότα. Ακόμα και αυτό το μοτιβάκι, που είχα σκαρφιστεί μόλις πρωτοαντίκρισα τους στίχους, είχε ξεθωριάσει πολύ μέσα μου. “Την είχα δει αλλιώς τη δουλειά”, που λέει και η έκφραση.
Κάθε νότα που σκεφτόμουν έπεφτε απάνω στις λέξεις σα βαρίδι και σήκωνε κυματισμό σε όλο το ποίημα. Και πιστέψτε με, κανένας συνθέτης δεν καταφέρνει να μελοποιήσει σωστά ποίημα που “κυματίζει”. 

Απογοητευμένος και με σίγουρο το ρεζιλίκι, αποφάσισα να πάρω τηλέφωνο τον υπεύθυνο και να ακυρώσω τη συμμετοχή μου. Θα του έλεγα ότι κάτι σοβαρό προέκυψε και ίσως να πέθαινα καμιά γιαγιά ή ακόμα και ότι κάτι δικές μου εξετάσεις δε βγήκαν καλές και τη βγάζω δε τη βγάζω ένα μήνα.
«Της μοίρας ήταν η βουλή …» όμως που λέει και το εν λόγω ποίημα και δεν ακύρωσα τελικά. Αστείος ο λόγος, αλλά έτσι πραγματικά συνέβη. Δεν θυμόμουν το όνομα του υπεύθυνου και ο άνθρωπος μου είχε συστηθεί. Όμως δεν συγκράτησα το όνομά του. Πότε μου δεν συγκράτησα ονόματα.

Πήρα στη γραμματεία του πανεπιστημίου και ζήτησα τον υπεύθυνο της εκδήλωσης, αλλά κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό. Υπέθεσα ότι αυτό είναι απολύτως λογικό σε έναν μεγάλο οργανισμό όπως ένα πανεπιστήμιο και αναζήτησα τον υπεύθυνο στις επιμέρους σχολές.
Πήρα στη φιλοσοφική, αλλά μια καλή κυρία με ενημέρωσε ότι η φιλοσοφική – με τη σειρά της – έχει ένα σωρό σχολές που θα μπορούσα να απευθυνθώ. Εν τέλει η μόνη σχολή που δεν επικοινώνησα ήταν και η σχολή ή οποία είχε επιφορτιστεί με την ευθύνη της εκδήλωσης. Στη σχολή θεατρικών σπουδών (ούτε καν στη Μουσικών Σπουδών, μιας και επρόκειτο για μελοποιημένη ποίηση) έπρεπε να αναζητήσω τον υπεύθυνο. Πού να το φανταστώ όμως. Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στον Παλαμά και όχι στον Τένεσι Ουίλιαμς.

Συνεπώς δεν μπορούσα να κάνω τίποτ’ άλλο, παρά να περιμένω την επιφοίτηση – αν ερχόταν ποτέ κι αυτή. Κάθισα στον αναπαυτικό μου καναπέ, άναψα ένα τσιγάρο και άρχισα να ξεφυλλίζω ξανά τα βιβλία του ποιητή.
Δεν ξέρω για ποιον λόγο, αλλά διαισθανόμουν ότι τα νεανικά ποιήματά του εξηγούσαν τα μεταγενέστερα. Ένιωθα ότι όλα όσα είχε γράψει αυτός ο άνθρωπος έπρεπε να γυρίσουν τούμπα. Ο κώδικας του αιτιολογούσε το παρελθόν του και όχι το μέλλον του. Φαντάστηκα έναν άνθρωπο να έρχεται από το μέλλον και να μπαίνει κρυφά στο νεανικό του γραφείο και εκεί να διορθώνει τα γραπτά του, προσθέτοντας λέξεις που δίνουν νόημα στα επόμενα ποιήματά του.

Αυτή η εικόνα του μυστακοφόρου με το υπογένειο, κάπως άρχισε να κινεί τη χαμένη μου δημιουργικότητα και διαβάζοντας πάλι το ποίημα προσεκτικά, αποκάλυψα τον κώδικα.
Εύλογα θα απορήσετε για ποιον κώδικα μιλάω και τι δουλειά είχε με τη δουλειά μου.
Θα το εξηγήσω αυτό, αλλά θα κάνει την επανεμφάνισή του ο επαρμένος μαλακάκος που προανέφερα:

Τότε, αλλά και τώρα, αν για κάτι μπορούσα να εξάρω τον εαυτό μου ήταν η δυνατότητα να αποκαλύπτω.
Κάθε έργο τέχνης, κρύβει μέσα του έναν κώδικα εξήγησης του ίδιου του του εαυτού, γιατί απλά, κανένα έργο τέχνης δε θέλει να μείνει ανεξήγητο. Έτσι, ακόμα και αν ο δημιουργός δεν έχει ιδέα τι έχει δημιουργήσει – που πιστέψτε με συμβαίνει σχεδόν πάντα – το έργο τέχνης αγωνιά να αποκαλυφθεί για να αιτιολογήσει την ίδια του την ύπαρξη.
Η παρεξήγηση γύρω απ’ όλο αυτό το θέμα είναι ότι το κάθε έργο τέχνης μπορεί να έχει περισσότερες από μία εξηγήσεις, ανάλογα τον παραλήπτη. Αυτό είναι τεράστιο λάθος.
Σκεφτείτε εσάς να εξηγείτε κάτι και ο καθένας που σας ακούει να αντιλαμβάνεται διαφορετικά πράγματα. Δε θα τα παίρνατε στο κρανίο;
Αυτό που εξηγείτε είναι αυτό που εξηγείτε! Τελεία και παύλα! Αν ο άλλος αντιλαμβάνεται με βάση τη μόρφωσή ή την εξυπνάδα που δεν έχει, δεν φταίτε εσείς.

Ο επαρμένος μαλακάκος λοιπόν είχε αυτή την ικανότητα – μάλλον ενστικτωδώς. Έβρισκε το κρυμμένο κλειδί και άνοιγε την πόρτα των αποκαλύψεων. 
Με τον Παλαμά τα βρήκε σκούρα, αλλά μάλλον δεν έφταιγε αυτός. Μπορεί να ακουστεί κάπως περίεργο, αλλά μάλλον ο ποιητής ήταν παγιδευμένος μεταξύ παρόντος και μέλλοντος. Με τα μπρος πίσω που έκανε, υπήρξαν φορές που στα έργα του έβαλε τη λάθος λέξη στη λάθος χρονική στιγμή.
Αν όλα αυτά ακούγονται κάπως περίεργα, σας διαβεβαιώνω ότι δεν τα ένιωθα έτσι τότε.

Αμέσως μετά την αποκάλυψη τα πράγματα έγιναν πιο εύκολα και μία ώρα μετά είχα έτοιμο το τραγούδι. Πήρα τηλέφωνο την Μαρία Λυμπεράκου, την τραγουδίστρια που συνεργαζόμουν και ήρθε για πρόβα: «Είναι ωραίο;» με ρώτησε με αγωνία καθώς έμπαινε στο σπίτι μου. «Δεν ξέρω αν είναι ωραίο, αλλά σίγουρα είναι σωστό!» της απάντησα και ξεκινήσαμε. 

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι βρεθήκαμε στην Πλάκα για την γενική δοκιμή.
Όλη η ανφάν γκατέ του ελληνικού τραγουδιού ήταν εκεί και μαζί κι εγώ.
Τα γέλια και οι χαρές, τα πειράγματα και όλο αυτό το δημοσιοσχεσίτικο ξερατό, αιωρούνταν στον χώρο του πανεπιστημίου, που είχε το όνομα του ποιητή. Ήταν δε τόσο έκδηλη η ευτυχία όλων αυτών που σχεδόν έβαλα τα κλάματα.
Ήμουν βέβαιος ότι κανένας τους δεν βασανίστηκε όσο εγώ την τελευταία βδομάδα και το μόνο που περίμεναν ήταν να έρθει η βραδιά της εκδήλωσης και να περιφέρουν τους εαυτούς τους μεταξύ των, αλλά και μεταξύ των προσκεκλημένων. Για την ποίηση του Παλαμά ούτε λόγος. Ο καθένας απ’ αυτούς επιλέχθηκε για να παρουσιάσει τον εαυτό του με τη βοήθεια της ποίησης του Παλαμά και όχι το αντίθετο. Όλο αυτό όμως δεν τους πτόησε και καθ’ όλη τη διάρκεια της πρόβας εξακολούθησαν να επιδεικνύουν την ευτυχία τους ο ένας στον άλλο.
Σκέφτηκα ότι ίσως ήταν πλασματική όλη αυτή η χαρά και ότι απλώς έτσι πρέπει να γίνεται σε τέτοιες περιστάσεις, αλλά από την άλλη, γιατί να μην είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι;
Επιλέχθηκαν γι΄ αυτό που είναι. 

Ο κάθε ένας από αυτούς βιοπορίζεται εκθέτοντας απλά τον εαυτό του. Καμία ανάγκη για κάτι άλλο πέρα από αυτό. Αυτό το χαρακτηριστικό της τέχνης τους, που τους οδήγησε στην αποδοχή και την αναγνώριση από τον κόσμο και απ’ το σινάφι τους, αυτό και μηρυκάζουν σε όλη τους την καριέρα. Οπότε ποιος τον γαμεί τον Παλαμά; «Εγώ είμαι ο τάδε ή ο δείνα, θα μελοποιήσω το ποίημα και όχι μόνο θα βάλω την δική μου ταυτότητα μέσα, αλλά θα σβήσω από το ληξιαρχείο της τέχνης κάθε έναν που δεν ταιριάζει με τη μανιέρα μου»  θα άκουγα κάποιον απ΄ αυτούς. 

Αν όλες αυτές οι σκέψεις σαν ακούγονται ως κομπλεξικές και χαιρέκακες, δεν είναι κάτι που με αφορά, γιατί το σκεπτικό μου τότε ήταν απλό και αγνό: Αναζήτησε σε βάθος την αλήθεια και αν την βρεις υπηρέτησέ τη. Αν όμως δεν είσαι ικανός να την ανακαλύψεις, τότε κόψε λάσπη. 
Και όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι, η αλήθεια ξενίζει. Συνεπώς, αν αποκαλύψεις την αλήθεια μέσα από ένα έργο τέχνης (ή και όπου αλλού), στην καλύτερη να σε χαρακτηρίσουν εκκεντρικό ψώνιο. Στη χειρότερη όμως, θα σε πετάξουν στην απ’ έξω γιατί τους χαλάς το αφήγημα. Και το αφήγημα ήταν και είναι πάντα το ίδιο και συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: “Δήθεν”
Έτσι λοιπόν και έγινε! Μετά την πρώτη ακρόαση του τραγουδιού μου από τους “συναδέλφους”, έπεσε παγωμάρα.

Αφού λύσαμε κάτι τεχνικά ζητήματα για τον ήχο και το κούρδισμα του πιάνου, κατεβήκαμε από τη σκηνή και εκεί ένιωσα την ευτυχία να με στήνει στον τοίχο. Όλοι χαμογελαστοί, με δόντια πολυβόλα, εκτελούσαν την αλήθεια και δεν ίδρωνε το αυτί τους γι’ αυτό.
Γύρισα στο σπίτι μου εξαντλημένος από τον βιασμό που υπέστην.
Προδομένος από τον εαυτό μου, γιατί κάλλιστα θα μπορούσα να είμαι οι άλλοι, εναπόθεσα για άλλο ένα βράδυ την ευτυχία πάνω στα τρία ψωροράφια που είχα.

Στο πλύσιμο των δοντιών, διαπίστωσα ότι τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να είναι κανείς ευτυχισμένος, αρκεί να αποδεχθεί αυτό που πάντα αρνιόταν. Στην περίπτωση κάποιων τύπων σαν κι εμένα, θα λυνόταν το πρόβλημα, αν βάφτιζα το δήθεν ως αυθεντικό και την υποκρισία ως την μονάκριβη αλήθεια.
Και ο Παλαμάς; Τι θα γινόταν με τον ποιητή που μέχρι και “ταξίδια στον χρόνο” έκανε για να παραμείνει συνεπής στην αλήθεια του; Θα τον πρόδιδα; 

Το βράδυ του αφιερώματος είχε φτάσει και από το πρωί ήμουν σε μία περίεργη διέγερση.
Το τραγούδι μου ακούστηκε στον γεμάτο από κόσμο χώρο του πανεπιστημίου. Η διάρκειά του, που άγγιζε τα δέκα λεπτά, δεν φάνηκε να κουράζει τους ακροατές και η ερμηνεύτριά μου, η Μαρία, έδωσε τον καλύτερό της εαυτό σε ένα τραγούδι δύσκολο και απροβάριστο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια που ήμασταν στη σκηνή έριχνα κλεφτές ματιές στο κοινό και αν κάτι θυμάμαι ακόμα και σήμερα, ήταν αυτή η αίσθηση της ικανοποίησης σχηματισμένη στο πρόσωπό τους. Ήμουν ήδη νικητής του εαυτού μου.

Η διέγερση άρχισε να εντείνεται όσο το τραγούδι έφτανε προς το τέλος του. Βγήκα τότε κανονικά από το σώμα μου και κατέβηκα από τη σκηνή αργά. Όσο προχωρούσα στον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, άκουγα τη μουσική μου και σιγουρεύτηκα ότι έκανα το σωστό. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως είναι να είσαι ευτυχισμένος. Πόσο θα κρατήσει;

Κοίταξα τον άλλο μου εαυτό να υποκλίνεται στο κοινό και να κατεβαίνει πασιχαρής από τη σκηνή κατευθυνόμενος προς εμένα. Τότε ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου: «Σ’ ευχαριστώ πολύ!» ήταν ο ποιητής! «Μην ψάχνεις την ευτυχία στην τέχνη. Η ευτυχία είναι στη ζωή. Πήγαινε ζήσε, αγάπησε και γέλα και θα έρθουν στιγμές που θα είσαι και ευτυχής. Και αν δεν συμβεί συχνά, υποκρίσου. Δεν τους είδες όλους αυτούς;» ο ποιητής χαμογέλασε και λίγο πριν οι δύο μου εαυτοί ενωθούν ξανά μου είπε: «Και που ‘σαι! Μην ξαναμπλέξεις την ευτυχία με την αλήθεια! Είναι δύο άσχετα πράγματα!» και εξαφανίστηκε.

Πράγματι είχα μπερδευτεί …

Σήμερα, που γράφω αυτές τις αράδες, τα πράγματα δεν είναι πιο ξεκάθαρα εντός μου. 
Όμως ξέρω το μυστικό, απλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. 

Ξέρω πως να είμαι ευτυχής, αλλά δεν θέλω.
Διάλεξα την αλήθεια.