ΔΕΝΤΡΑ

Φυσικά και στέκω καλά στα μυαλά μου:

Όταν τα δέντρα αρχίζουν να μου μιλάνε,

εγώ δεν απαντώ.

Terry Pratchett

Το μόνο πράγμα που στεκόταν όρθιο ήμασταν εμείς. Καμιά δεκαριά νοματαίοι πασχίζαμε να κάνουμε τη δουλειά μας στην γυμνή πλαγιά, όσο ο αέρας μας διαπερνούσε σα να ήμασταν άυλοι.
Η τελευταία πυρκαγιά είχε κάψει και τα τελευταία στρέμματα – ενός ήδη μισοκαμένου πευκοδάσους – και η Αττική ήταν πια γυμνή και τελείως απροστάτευτη από την επόμενη μεγάλη βροχή.

Τα περασμένα χρόνια οι πλημμύρες είχαν στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες άτομα.
Η αφηνιασμένη ροή των νερών, που κατέβαιναν από τα βουνά, σάρωνε τα ανθρώπινα σώματα και τα “έσπερνε” στις θάλασσες της Αττικής, σάμπως και θα φύτρωναν “ανθρωπιές” μεσοπέλαγα.
Για μήνες μετά οι αρχές μάζευαν τουμπανιασμένα κουφάρια και ο Θεός ξέρει πόσα απ’ αυτά φαγώθηκαν από ψάρια, που την επόμενη μέρα ήταν στα πιάτα μας. Αηδία.

Ο τηλεοπτικός σταθμός που εργαζόμουν, είχε αναλάβει την πρωτοβουλία να χρηματοδοτήσει μία κολοσσιαίων διαστάσεων δενδροφύτευση. Θα μεταδίδαμε ζωντανά όλη τη διαδικασία, όπου φυσικά θα παρελαύνανε όλοι οι χορηγοί και οι πολιτικάντηδες – που μεταξύ μας – οι περισσότεροι ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτή την καταστροφή.
Πίσω φυσικά από το μεγάλο φαγοπότι αυτής της δήθεν οικολογικής πρωτοβουλίας, κρυβόντουσαν και δύο καλά κρυμμένα μυστικά: Το ένα ήταν προγραμματισμένο να αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια της μετάδοσης, ενώ το άλλο δεν ήταν προγραμματισμένο να αποκαλυφθεί καν.

Η ομάδα μου είχε φτάσει από το πρωί στην πλαγιά της Πάρνηθας και σχεδιάζαμε πως θα στήσουμε το τηλεοπτικό σκηνικό και τις κάμερες, ώστε να καλύψουμε τη διαδικασία της δενδροφύτευσης όσο το δυνατόν επαρκέστερα.
Αυτό δεν ήταν ένα ήδη δοκιμασμένο εγχείρημα και έπρεπε να βρούμε τρόπους ώστε να έχει τηλεοπτικό ενδιαφέρον. Πουθενά στον κόσμο δεν είχε αποφασίσει κάποιος ιθύνων νους να μεταδώσει ζωντανά κάτι τέτοιο, παρά μόνο στη χώρα την αρπαχτής και της λαμόγιας. 

Όση φαντασία και να διαθέτει κάποιος, η διαδικασία αυτή είναι εξόχως βαρετή: Ανοίγεις τρύπες, πετάς σπόρους ή στην καλύτερη φυτεύεις μικρά δενδρύλλια και αυτό είναι. Μετά περιμένεις χρόνια να μεγαλώσουν το δέντρα και να γίνουν δάσος. Δεν είχα ιδέα που το πήγαιναν τα μεγάλα κεφάλια του σταθμού, αλλά δε με ενδιέφερε κιόλας. Την δουλειά μου έκανα.

Η τελική απόφαση πάρθηκε και αρχίσαμε να κατασκευάζουμε μια πλατφόρμα στη μέση της πλαγιάς. Κατόπιν θα προσαρμόζαμε πάνω της έναν τεράστιο γυάλινο θόλο και μέσα σ’ αυτόν θα στήναμε ένα τηλεοπτικό πάνελ.
Η ύπαρξη ενός τέτοιου γυάλινου θόλου στην εκπομπή αποφασίστηκε μετά την απόρριψη της ιδέας μιας ανοιχτής πλατφόρμας και ήταν λογικό. Οι αέρηδες θα μας έπαιρναν και θα μας σήκωναν και μετά το τέλος της μετάδοσης θα μαζεύαμε περουκίνια και ποστίς.

Εκεί, μέσα στον θόλο και καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής, οι καλεσμένοι θα διαδέχονταν ο ένας τον άλλο και θα διατυμπάνιζαν τις παρόλες τους περί κλιματικής αλλαγής και ασύδοτης δόμησης.
Βέβαια, ότι και να έλεγαν οι καλεσμένοι, μόνο ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Η βαρεμάρα των τηλεθεατών θα βάραγε κόκκινο.
Έτσι, μετά από πολλή σκέψη, καταλήξαμε στη ιδέα της περιστρεφόμενης πλατφόρμας. Με αυτό τον τρόπο θα πετυχαίναμε εναλλαγή της εικόνας και τη μία στιγμή θα βλέπαμε την πλαγιά, ενώ μετά από λίγο την Αθήνα.
Ίσως με αυτό το τρικ να γλιτώναμε το κράξιμο.

Αφού σχεδιάσαμε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, ξαναβρεθήκαμε στην πλαγιά την επόμενη μέρα το πρωί μαζί με εκατοντάδες εργάτες, κατασκευαστές, γεωπόνους και ένα σωρό άσχετους μαλάκες, που μυρίστηκαν χρήμα και δόξα.
Ο θόλος ήρθε έτοιμος, από αέρος, μεταφερόμενος από δύο στρατιωτικά ελικόπτερα και “κούμπωσε” πάνω στην πλατφόρμα. Μετά, αφού περάσαμε τις καλωδιώσεις και τσεκάραμε τα πλάνα και τις επικοινωνίες, ήμασταν έτοιμοι. Δε θα πήρε πάνω από δυο μέρες η όλη διαδικασία.

Εντωμεταξύ οι εργάτες, με την καθοδήγηση των γεωπόνων, έσκαψαν πολλές εκατοντάδες τρύπες έτοιμες να υποδεχθούν τα νεαρά δεντράκια.
Για να το κάνουμε ακόμα πιο εντυπωσιακό, σε μερικές απ’ αυτές τις τρύπες, βυθίσαμε μερικές μικροκάμερες ώστε να δούμε το φύτεμα … και ανάποδα.
Τι να πεις; Ότι μπορούσαμε κάναμε.

Η εκπομπή θα άρχιζε ακριβώς τα μεσάνυχτα. Η ώρα ήταν πολύ προσεκτικά επιλεγμένη, γιατί λίγη ώρα μετά, θα σχηματιζόταν παχιά πάχνη που θα επέτρεπε στα φώτα να “γράψουν” καλύτερα.
Όσον αφορά τα φώτα (ξέχασα να αναφέρω), ότι ο διευθυντής φωτογραφίας της ομάδας μας, είχε την φωτεινή ιδέα (στην κυριολεξία), σε μερικές από τις τρύπες που ήταν προορισμένες για να υποδεχθούν νεαρά δεντράκια, να εγκαταστήσει προβολείς, που φωτίζοντας προς τον Αττικό ουρανό (και φυσικά με τη βοήθεια της πάχνης) να δημιουργήσουν ένα απόκοσμο θέαμα, όπου ένα δάσος από φωτεινές στήλες προϋπήρχε του κανονικού.

Ο καιρός αναμενόταν αίθριος και τίποτα δεν έδειχνε ότι κάτι θα πήγαινε στραβά στην μετάδοση, εκτός φυσικά από τις μαζικές αυτοκτονίες των τηλεθεατών λόγω βαρεμάρας.

Το control room είχε στηθεί μέσα σε ένα κοντέινερ, που ήταν θαμμένο κάτω από το έδαφος πολύ κοντά στην περιστρεφόμενη πλατφόρμα με τον θόλο. Δεν ήταν και η καλύτερη αίσθηση να δουλεύεις θαμμένος, αλλά δε γινόταν αλλιώς.
Το κοντέινερ δεν έπρεπε να φανεί κατά την περιστροφή του θόλου και ο απομακρυσμένος έλεγχος ενός τέτοιου εγχειρήματος θα εμπεριείχε πολλά ρίσκα.
Έτσι, με δική μας απόφαση, θαφτήκαμε ζωντανοί. 

Η μετάδοση είχε προγραμματιστεί μία εβδομάδα μετά την πρώτη μας επίσκεψη στο βουνό. Ο χρόνος ήταν ελάχιστος, αλλά τα χρήματα που διέθεσε ο σταθμός εξωφρενικά και τελικά ίσα που προλάβαμε να κάνουμε μία τεχνική πρόβα. Τουλάχιστον είδαμε ότι ο θόλος περιφέρεται και το φωτεινό δάσος ανάβει.

Η στιγμή της μετάδοσης έφτασε.
Η κεντρική παρουσιάστρια του σταθμού, αυτή η ομορφούλα ξανθιά, είχε πάρει τη θέση της στο κεντρικό πόντιουμ του θόλου και ο βοηθός μου της μετρούσε αντίστροφα:
«Πέντε – τέσσερα – τρία – δύο – ένα! Είσαι αέρα κούκλα μου!» της είπε και η κούκλα φόρεσε το χαμόγελο νούμερο 32 και άρχισε να παπαγαλίζει το κείμενο που της είχαν δώσει.

Και τι δεν ακούσαμε σε αυτόν τον πρόλογο: Ακούσαμε για αυτή την οικολογική πρωτοβουλία με ονομασία “Όλοι μαζί μπορείτε”, για εμπνευσμένους ιδιοκτήτες σταθμών και ποδοσφαιρικών ομάδων, που ανέλαβαν το τεράστιο οικονομικό ρίσκο να χρηματοδοτήσουν αυτή την πάρα πολύ δύσκολή μετάδοση, αλλά και λίγα λόγια για την επερχόμενη δενδροφύτευση.
Ακούσαμε για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που βοήθησαν στην ανεύρεση των δενδρυλλίων, για τον ελληνικό στρατό που παραχώρησε ελικόπτερα για τη μεταφορά του θόλου, αλλά πάνω απ’ όλα, την εταιρία χημικών “ΔΕΝΤΡΟΓΚΡΟΟΥ Α.Β.Ε.Ε.” η οποία χθες, ψέκασε την πλαγιά με ένα ενισχυτικό, ώστε τα  δεντράκια να γίνουν δέντρα και αυτά με τη σειρά τους δάσος, χωρίς όμως να έχουμε την παραμικρή απώλεια. 

«Ότι φυτέψουμε απόψε τελικά θα μεγαλώσει!» είπε η παρουσιάστρια στον επίλογο αυτού του πολύ καλά χορηγούμενου πρόλογου και τα ψεύτικα χειροκροτήματα ακούστηκαν στους δέκτες των (μάλλον) αποσβολωμένων τηλεθεατών. 

Κάποιες κακές γλώσσες, που ανήκουν στην αντιπολίτευση, με το που διέρρευσε η πρωτοβουλία “Όλοι μαζί μπορείτε!”, άρχισαν να διαρρέουν ότι η εταιρία “ΔΕΝΤΡΟΓΚΡΟΟΥ” ανήκει στην γυναίκα του πρωθυπουργού και μεγαλομέτοχος είναι ο υπουργός ανάπτυξης, ένα φασισταριό που ανελίχθηκε ταχύτατα στην πολιτική ζωή του τόπου μας και από γραφικός πωλητής βιβλίων, σε τριτοτέταρτα κανάλια, έχει θέσει σοβαρή υποψηφιότητα για μελλοντικός αρχηγός κόμματος, και γιατί όχι, για πρωθυπουργός, ο Θεός να μας βοηθήσει.

Αυτός, από την άλλη, δεν είχε δείξει το παραμικρό έλεος γι’ αυτή τη μικρή χώρα, αιώνες τώρα. Ειδικά έτσι όπως ήταν η κατάσταση, φαίνεται ότι ο φιλεύσπλαχνος δημιουργός, μας είχε γραμμένους στα θεϊκά του παπάρια.
Η ειρωνεία είναι ότι όλοι αυτοί της συνομοταξίας του υπουργού ανάπτυξης και του βλαμμένου μας πρωθυπουργού, είναι αυτοί που σκίζουν τα ιμάτια τους ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε ο αγαπημένος λαός του καλού Θεούλη.
Αν κρίνω απ’ την δική τους πορεία, έχουν δίκιο. Αναρωτιέμαι όμως τι λένε οι συγγενείς των πνιγμένων και όσοι έμειναν άστεγοι από τις περσινές φονικές πλημμύρες.

Αυτές οι σκέψεις με βασάνιζαν από τη στιγμή που μου ανέθεσαν αυτό το πρότζεκτ.
Όσο όμως η μετάδοση προχώραγε και οι καλεσμένοι διαδεχόντουσαν ο ένας τον άλλο (όλοι φιλαράκια για τον ιερό σκοπό την δενδροφύτευσης), τόσο και φούντωνα μέσα μου. Σκεπτόμουν τα παιδάκια που παρέσυραν οι χείμαροι, τις περιουσίες των ανθρώπων που σε ελάχιστα λεπτά βρέθηκαν στη θάλασσα, αλλά και την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού, αλλά μόνο σε ότι αφορούσε τις φτωχές συνοικίες. Στις συνοικίες των κρατούντων, ο μηχανισμός λειτούργησε άψογα.

Το αστείο είναι ότι αυτοί οι αληταράδες και οι προκάτοχοί τους με τα ακριβά κοστούμια και την αδικαιολόγητη έπαρση, ήταν αυτοί που μπάζωσαν όλα τα ποτάμια και τα ρέματα και νομιμοποίησαν ότι χτιζόταν, μόνο και μόνο για τα διατηρήσουν τα ψηφαλάκια τους. Και σαν να μην έφτανε όλο αυτό το έγκλημα, από τα τέλη νομιμοποίησης κάθε αυθαίρετου κτίσματος, φάγανε με χρυσά κουταλοπίρουνα.

Παρόλα αυτά, η κούκλα παρουσιάστρια χαριεντιζόταν με τους υπεύθυνους της καταστροφής που έγινε, αλλά και αυτής που ερχόταν.

Το ανέκδοτο με τον γρύλο λειτούργησε μέσα μου λυτρωτικά:
«Πόσο ακόμα θα γλύφεις τα ψωλοχύματα των καλεσμένων σου κούκλα μου;» είπα με απόλυτη ψυχραιμία στο ακουστικό της και εκεί που περίμενα να σκάσουν ο στρατός με τα ελικόπτερά του και να με μεταφέρουν σε καμία βραχονησίδα να πεθάνω από αφυδάτωση, η γλυκιά παρουσιάστρια έσκασε πονηρό χαμόγελο.

«Να ευχαριστήσουμε τον υπουργό ανάπτυξης για όσα μας είπε και στο σημείο αυτό να περάσουμε στην ιστορία!» είπε η ξανθιά και έδωσα εντολή να σβήσουν όλα τα φώτα. 
Ξαφνικά ακουγόταν μόνο το σφύριγμα του αέρα και το απόλυτο σκοτάδι επικρατούσε στην πλαγιά. Ένα υποβλητικός ήχος σαν σεισμός άρχισε να ακούγεται από τα μεγάφωνα και είκοσι δευτερόλεπτα μετά, έδωσα το σήμα να υψωθούν τα δεκάδες drone που είχαμε στη διάθεσή μας για τη μετάδοση. Ο ήχος δυνάμωνε σταδιακά και ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να συντονίζεται με το βουνό, άναψαν οι προβολείς από τις τρύπες.
Σε καμία περίπτωση δεν το φανταζόμουν τόσο εντυπωσιακό όταν το σχεδιάζαμε με την ομάδα μου. Άλλωστε δεν φημιζόμουν και για την αχαλίνωτη φαντασία μου. 

Οι δέσμες των προβολέων στεκόντουσαν κάθετες στην πλαγιά και έμοιαζαν να βγαίνουν από μέσα του. Ήταν σαν ένα προμήνυμα, ότι το βουνό θυμώνει και όπου να ναι θα σκάσει και θα μας μετατρέψει όλους σε ένα μείγμα αίματος, χώματος και φωτός. Ότι είναι ο άνθρωπος δηλαδή, σύμφωνα με τη θρησκεία. 

Τα drone πετούσαν σαν πυγολαμπίδες ανάμεσα από τις δέσμες και αφού χορτάσαμε λίγο θέαμα, άρχισαν αν ακούγονται αυτές οι μονότονες νότες του Βαγγέλη από το “Chariots of fire”. Η αηδία αυτή, δεν ήταν δική μου επιλογή, αλλά του πρωθυπουργού, που ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του σταθμού να ακουστεί οπωσδήποτε αυτό το κομμάτι, γιατί λέει του προκαλούσε εθνική ανάταση. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα κάτι λιγότερο κλισέ. 

Το θέαμα άρχισε να γίνεται γελοίο, όταν εκατοντάδες παιδάκια ντυμένα με λευκούς μανδύες άρχισαν να κατηφορίζουν στην πλαγιά και με αργό βήμα να περνούν ανάμεσα από τα φώτα. Κάποια από αυτά, σκόνταφταν στις ανοιγμένες τρύπες και χανόντουσαν στο σκοτάδι ενώ τα υπόλοιπα άρχισαν να κοιτάνε κάτω για να μην έχουν την ίδια τύχη.
Πέντε είχες υπολογίσει να χωράνε στο κάδρο σου, δύο έβλεπες.

Τα παιδάκια, που ήταν μια ευγενική προσφορά διάφορων ορφανοτροφείων και χορευτικών ομάδων παραδοσιακών χορών, κρατούσαν με τα δυο τους τα χεράκια από ένα δενδρύλλιο και με κατάνυξη άρχιζαν να τα παραχώνουν μέσα στις έτοιμες τρύπες. 

Οι υπόγειες μικροκάμερες έδειχναν το αστείο θέαμα παραμορφωμένων παιδικών φατσών που κοιτούσαν με απορία την τρύπα και μετά μαύρο. Λογικό, αφού είχαν βάλει το δεντράκι. Ήμουν σίγουρος ότι ακόμα κι αν γλίτωσα την βραχονησίδα, δε θα γλίτωνα την απόλυση, μετά από αυτό το γελοιωδέστατο θέαμα που επιφύλαξα στους τηλεθεατές.

«Πολύ καλά πάμε!» άκουσα μια φωνή και ταυτόχρονα ένιωσα και ένα χάιδεμα στον ώμο μου. Γύρισα έτοιμος να βρίσω, αλλά την είδα να μου χαμογελάει με αυτό το υπέροχο χαμόγελο νούμερο 5.
«Δεν στο είχα. Φανταζόμουν μία προχειρότητα, αλλά εσύ το πήγες σε άλλη διάσταση!» μου είπε και κοίταξε με θαυμασμό τα μόνιτορ μπροστά της.
Τότε κατάλαβα ότι ή είναι παντελώς ηλίθια ή ξέρει να παίζει το παιχνίδι πολύ καλά.
Η τύπισσα που πριν από λίγο προσέβαλλα με τον χειρότερο τρόπο, ήταν εκεί πίσω και μου εξέφραζε τον θαυμασμό της για κάτι που κανονικά έπρεπε να δικαστώ και να φυλακιστώ ισόβια, με την κατηγορία την ακαλαισθησίας. Να δεις που μου τη φύλαγε για μετά.

Αφού τα δόλια παιδάκια φύτεψαν όλα τα δεντράκια, ανάψαμε πάλι όλα τα φώτα στον θόλο και η Αναστασία βρήκε πάλι τη θέση της στο πόντιουμ: «Σήμερα οι Έλληνες γράψαμε ιστορία! Για πρώτη φορά παγκοσμίως έγινε μια τόσο μεγάλης κλίμακας θετική επέμβαση στη φύση. Να ευχαριστήσουμε την πολιτική ηγεσία του τόπου για την αμέριστη συμπαράσταση και φυσικά τη ΔΕΝΤΡΟΓΚΡΟΟΥ Α.Β.Ε.Ε. που μας δώρισε την ανθεκτικότητα του ονείρου. Την ανθεκτικότητα του δέντρου που θα γίνει δάσος!»

Αν και με αυτές τις γλοιώδεις αερολογίες της Αναστασίας ουσιαστικά το πανηγύρι είχε τελειώσει, εγώ είχα λάβει ρητή εντολή να μην σταματήσω την μετάδοση, παρά μόνο με άνωθεν εντολή. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχα φτιάξει ένα playlist από ωραία κλασική μουσική με την οποία ουσιαστικά θα έντυνα την εικόνα από τα φυτεμένα δεντράκια, τα παιδάκια με τα σπασμένα ποδαράκια και τις σακατεμένες μούρες, αλλά και τις σκατόφατσες τον καλεσμένων, που βρέθηκαν ξαφνικά όλοι μαζί αγκαλιά δίπλα στην Αναστασία και φαινόντουσαν σα να τραγουδάνε το “We are the world“.

«Ρε μαλάκα βρέχει!» άκουσα ξαφνικά τον βοηθό μου.
Πράγματι, κάτι θεόρατες σταγόνες σα ροχάλες άρχισαν να γλύφουν τον γυάλινο θόλο.
Αυτό αν γινόταν πριν λίγα χρόνια δε θα δημιουργούσε κανένα απολύτως πρόβλημα. 
Οι εποχές όμως άλλαξαν και η παραμικρή υποψία για μπόρα, θα έκλεινε τον κόσμο στα σπίτια του και τις οικογένειες αγκαλιά να φοράνε σωσίβια. Εκεί μας κατάντησαν οι αλήτες του θόλου.

Το πράγμα γινόταν ακόμα πιο ύποπτο, αν σκεφτείς ότι όλοι στην ομάδα μου είχαμε διπλοτσεκάρει το θέμα του καιρού. Κανένα site και κανείς μετεωρολόγος δεν είχε προγνώσει την βροχή. Αν κρίνω δε από τις σταγόνες, αναμενόταν καταιγίδα από τις λίγες.

Ξεμύτισα από το κοντέινερ – φέρετρο και κοίταξα τον ουρανό. Μια μαυρίλα μεγαλύτερη και από τη μαυρίλα της ψυχής του υπουργού μας. Κοίταξα μέσα στον θόλο και είδα την Αναστασία να με κοιτάει κι αυτή. Το ψεύτικο χαμόγελο είχε ισιώσει και τα άσπρα δοντάκια της δεν φαινόντουσαν πια. Μέχρι να σκεφτώ τον τρόπο για να την κοπανήσω απ΄ την πλαγιά, ένα μπουμπουνητό, που δυνατότερο δεν είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου, έσεισε το βουνό. Μεταβολή και ξανά μέσα στο κοντέινερ!

Μερικά δευτερόλεπτα μετά εμφανίστηκε και η Αναστασία: «Κλείσε τη γαμώπορτα και αμπάρωσέ τη! Σε λίγο θα γίνει μεγάλος σαματάς!»
Χωρίς να το πολυσκεφτώ, η ιδέα της μου φάνηκε εξαιρετική.
Τα μπουμπουνητά ηχούσαν αλλεπάλληλα το ένα μετά άλλο και στα διαλείμματα ακουγόταν ο ήχος της βροχής που είχε ξεκινήσει για τα καλά.
Όσο μπορούσαμε να δούμε από τις κάμερες, η βροχή ήταν κατακλυσμιαία. Τα νερά που κατέβαιναν από το βουνό παράσερναν εθελοντές και εργαζόμενους και όσοι πρόλαβαν σκέφτηκαν να καλυφθούν πίσω από τον θόλο που λειτουργούσε κάπως σαν κυματοθραύστης. Όμως το σφαιρικό του σχήμα δεν κράτησε τα νερά για πολύ και έτσι οι άτυχοι άνθρωποι παρασύρθηκαν και αυτοί προς τις ταβέρνες της Βαρυμπόμπης.

Μετά από λίγο, οι κάμερες δε έδειχναν πια εικόνα, τα μικρόφωνα είχαν σιγήσει και το μόνο που αντιλαμβανόμασταν ήταν το νερό να περνάει από πάνω μας.
«Πόσο θα αντέξει το φέρετρο! Σε λίγο θα αρχίσει να μπάζει νερά!» προέβλεψε ο βοηθός μου.
«Θα αντέξει μην ανησυχείς!» απάντησε με σιγουριά η Αναστασία.

Τότε κατάλαβα ότι ήταν όλο προσχεδιασμένο:
Η Αναστασία ήξερε που να πάει να κρυφτεί, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους δόλιους, που αυτή τη στιγμή τα πνευμόνια τους γέμιζαν νερό και σκέφτονται τα παιδιά τους που δε θα τα ξαναδούν. Αλλά και τα παιδάκια με τα δεντράκια, που η αγωνία τους θα παραμείνει σχηματισμένη στα προσωπάκια τους για μια αιωνιότητα.
«Τι ξέρεις λέγε!» βούτηξα την άνκορ γούμαν από το πέτο.
«Ηρέμησε! Δεν ξέρω κάτι περισσότερο από σένα. Κάποια στιγμή είδα κάτι που μου έκανε εντύπωση και έτσι βρέθηκα εδώ!»

Μας εξήγησε ότι μερικές μέρες πριν βρέθηκε άθελά της στην παραλαβή του κοντέινερ.
Είχε παρκάρει στο πάρκινγκ του σταθμού, όταν ένα τεράστιο φορτηγό παρέδωσε το μεταλλικό κουτί. Της έκανε αρχικά εντύπωση ότι δεν παραδόθηκε απ’ ευθείας στο μέρος που θα γινόταν η μετάδοση, αλλά η αρπαχτή είχε πολλά ποδάρια.
Κάποιος θα είχε όφελος από μια δεύτερη μεταφορά. Ίσως η μεταφορική εταιρία που ανήκε στον ιδιοκτήτη του σταθμού.

Δεν θα πέρασαν δέκα λεπτά και ένα άλλο φορτηγό φόρτωσε το κοντέινερ και εξαφανίστηκε προς άγνωστη κατεύθυνση. Αυτό όλο δε θα είχε καμία σημασία, αν το δεύτερο φορτηγό δεν ανήκε στο Πολεμικό Ναυτικό.

Καταλάβαμε ότι το κοντέινερ στεγανοποιήθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο στη βροχή που ήξεραν ότι θα έρθει. Γιατί τα site και τα διάφορα Apps δεν έδειχναν βροχή, ήταν ένα άλλο θέμα που μάλλον δεν ήταν της παρούσης.
Η μεγάλη απορία όμως ήταν ήδη σχηματισμένη στα πρόσωπα όλων μας: Ποιους θα προστάτευε το καταφύγιο;

«Αυτά τα ρεμάλια είχαν προγραμματίσει να μπούνε εδώ μέσα, απλά δεν πρόλαβαν! Τους έφαγαν τα χαμόγελα και οι αγκαλιές!» είπε η Αναστασία με σιγουριά.
Συμφωνήσαμε όλοι και μετά έπεσε νεκρική σιγή.

Περιμέναμε μέχρι να κοπάσει η νεροποντή.
Μερικές ώρες μετά και αφού είχαμε σιγουρευτεί ότι δεν βρέχει πια, ανοίξαμε το κοντέινερ και βρεθήκαμε στην επιφάνεια. 

Δεν υπήρχε πια θόλος, ούτε πολιτικάντηδες, ούτε παιδάκια, ούτε φωτεινά δάση.
Το μόνο που υπήρχε ήταν λάσπη και νερό. Πολύ νερό. Τόσο νερό που όλη η Αθήνα ήταν πια θάλασσα.

Από κει πάνω μπορούσαμε να διακρίνουμε τον Λυκαβηττό που έμοιαζε με νησάκι μονάχο ανάμεσα σε μεγαλύτερα νησάκια. Την Πεντέλη, τον Υμηττό και την Πάρνηθα.
«Έχουν χαθεί τα πάντα!» είπε κλαίγοντας η Αναστασία και έπεσε στην αγκαλιά μου.
Νταξ! Έχουν και τα τυχερά τους οι κατακλυσμοί!

Δεν θα είχαμε τρόπο να φύγουμε από κει, αν είχαμε κάπου να πάμε. Όμως το μέγεθος της πλημμύρας ήταν τέτοιο, που δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, ότι εμείς οι δέκα νοματαίοι, οι τυχεροί – άτυχοι των περιστάσεων, ήμασταν οι μοναδικοί  επιζήσαντες του κατακλυσμού.

Ο κρύος αέρας που “ξύριζε” την πλαγιά, δεν μας επέτρεπε να μείνουμε άλλο έξω. Μπήκαμε πάλι στο κοντέινερ και μερικούς από μας μας πήρε για λίγο ο ύπνος. Ένα εκκωφαντικό βουητό προηγήθηκε του μεγάλου σεισμού που νιώσαμε για τα καλά στο πετσί μας. Πεταχτήκαμε έξω έντρομοι και αρχίσαμε να τρέχουμε από δω κι από κει. Μερικά δευτερόλεπτα μετά ένας κορμός δέντρου που ξεπετάχτηκε με τεράστια ταχύτητα από το έδαφος, διαμέλισε τον βοηθό μου και μερικούς άλλους. Τα δεντράκια που με τόση φροντίδα είχαν φυτέψει τα άτυχα παιδάκια, μεγαλώνανε με ιλιγγιώδη ρυθμό και εγώ και η Αναστασία κάναμε σλάλομ να τα αποφύγουμε.
Το δάσος ήταν έτοιμο! 

Κάτι δεν είχε πάει καλά στους υπολογισμούς της ΔΕΝΤΡΟΓΚΡΟΟΥ Α.Β.Ε.Ε και αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Ή η βροχή ήρθε νωρίτερα και γι’ αυτό όλα τα τομάρια του θόλου τα πήρε ο διάολος ή το ενισχυτικό παράπεσε.
Όπως και να ‘χε δε με ένοιαζε πια. Η δουλειά μου είχε τελειώσει και το μόνο μου μέλημα ήταν να μην τελειώσει και η ζωή μου.

Η ανάπτυξη των δέντρων μάλλον είχε τελειώσει, όταν βρεθήκαμε σε ένα ψηλό σημείο που μας επέτρεπε να δούμε πάνω από το δάσος. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό!
Όλα τα βουνά κατάφυτα με υπέροχα δάση, απλωνόντουσαν μπροστά στο βλέμμα μας.
“Κάπως έτσι θα ‘τανε παλιά» μου είπε η Αναστασία και συμφώνησα σιωπηλά.

Ο καιρός ήταν πια καθαρός και ένας καταπληκτικός ήλιος έλουζε το υπέροχο τοπίο.
Αν και οι ώρες που πέρασαν ήταν εφιαλτικές, όλη αυτή η ομορφιά μας γέμισε ελπίδα για το μέλλον. Ντράπηκα που το σκέφτηκα, αλλά γιατί να μην ήταν έτσι σε όλον τον πλανήτη;
Τι κι αν μείναμε μόνο εμείς οι δύο; Σα νέοι Αδάμ και Εύα θα ξεκινούσαμε απ΄ την αρχή και αυτή τη φορά χωρίς λάθη.
Αυτό όμως δε γινόταν.

Έπιασα απ΄ το χέρι την Αναστασία και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το βουνό.
Ξέραμε ότι σε λίγες μέρες τα νερά θα υποχωρούσαν και θα αποκάλυπταν όλη την ασχήμια του κόσμου που προϋπήρχε πριν το συμβάν.
Νεκρά σώματα, διαλυμένα κτίρια, τσιμέντο, μέταλλο και ότι άλλο, που υπεύθυνος ήταν ο άνθρωπος. 

«Ήταν παρέμβαση!» ακούστηκε μια φωνή σαν ψίθυρος.
«Ποιος είναι;» φώναξα, αν και ήξερα μέσα μου.
«Τα δέντρα!» απάντησε η φωνή. «Τα δέντρα όλου του κόσμου!»

Τώρα πια ξέραμε τι πρέπει να γίνει. Πηδήξαμε στη θάλασσα και τα σώματά μας ξεβράστηκαν στο Μαρούσι.