ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΣΙΟΡ ΔΙΟΝΥΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΟΥΚΑ : 1ο Μέρος

Το σπίτι του σιορ Διονύση δέσποζε περήφανο και κοφτερό στην άνω πλατεία της πόλης. Το άλλο σπίτι – ακριβώς απέναντι – ήταν το διοικητήριο των Ενετών, που είχε δοθεί ως ένδειξη καλής θέλησης στους μπελκανταδόρους κατακτητές, από τον σιορ Κωνσταντίνο Ρόικο, για να τον “αφήκουν ήσυχο να κάμει τις βρωμοδουλειές του”, που έλεγαν και οι ντόπιοι.

Η άνω πλατεία ήταν η καρδιά της πόλης.
Το απόγευμα μαζευόντουσαν όλοι και βολτάρανε – ή και όχι – και κατάστρωναν τα σχέδια για την επαύριον ή και για πιο γρήγορα ακόμα, το βράδυ δηλαδή, που σιγά σιγά θα έπεφτε στην πόλη.

Κάθε καρυδιάς καρύδι έπιανε το πόστο του στην πλατεία με το που έπεφτε ο ήλιος.
Από μικροαγρότες από τα χωριά παραέξω, που πάσχιζαν οι δόλιοι να πουλήσουν κάνα κουμ κουάτ, για να ταΐσουν την πολυπληθή συνήθως οικογένειά τους, ως τους πιο καπάτσους, οι οποίοι είχαν πάρει χαμπάρι ότι τα αγροτικά προϊόντα δεν έχουν και μεγάλη πέραση στην πόλη. 

Έτσι η πλατεία ανάμεσα στις μικρές κυρίες που βόλταραν με το άχρηστα -λόγω της ώρας- ομπρελίνα τους, γέμιζε και με “μικρές κυρίες” που ήταν πρόθυμες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους ξαναμμένους γεροκόντηδες, έναντι πινακίου φακής φυσικά.

Αυτή ήταν και η “βρωμοδουλειά” του σιορ Ρόικου.
Αλώνιζε τα χωριά, μάζευε τα πιο όμορφα ανήλικα κοριτσάκια, και αφού τα αγόραζε κυριολεκτικά από τους γονείς τους, τα έφερνε στην πόλη και τα ξαμόλαγε στην πλατεία για να βγάλουν το ψωμί τους και για να στείλουν τίποτα πίσω στους δικούς τους.

Τυπικά ήταν όλες υιοθετημένες από τον Ρόικο, που σκατά στον τάφο του, δεν ήταν άνθρωπος αυτός. Μόλις κάποια από τις “κόρες” του καβάτζωνε τα δεκάξι, την πάντρευε με όποιον πλούσιο γέρο έδινε τα περισσότερα.
Αν τυχόν υπήρχε κάποια που αντιδρούσε, τότε ο σιορ Ρόικος την “κατέστρεφε” με τέτοιο τρόπο, που θα ήταν απίθανο να βρει έστω και κάποιον απελπισμένο να την αποκαταστήσει. Έτσι και οι “κατεστραμμένες του Ρόικου” πιάναν κι αυτές τις γωνίες τους στα σκοτεινά καντούνια γύρω απ΄ την πλατεία, όχι φυσικά για να δοθούν, αλλά για να ζητιανέψουν ίσα για να επιβιώσουν.

Αυτή ήταν η άνω πλατεία. Μια καρδιά σάπια, που χτύπαγε μόνο στο ρυθμό των ευκατάστατων “Ρόικων”.
Η δοξασία ότι ο σιορ Διονύσης του Μάντουκα θα έδινε ηρωικό τέλος σ’ αυτή την αθλιότητα της πλατείας, παρέμεινε απραγματοποίητη πεποίθηση των κατοίκων τις πόλης και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.
Στον σιορ Διονύση είχαν προσδώσει ένα ηρωικό άρωμα λόγω του σπιτιού του και τίποτα παραπάνω. Από μόνος του φαινόταν ένας φιλήσυχος άκληρος γεράκος, που το μόνο που περίμενε ήταν να πεθάνει, και το μόνο που τον ανησυχούσε ήταν να τον βρουν εγκαίρως να μη βρωμίσει.
Οι κάτοικοι τις πόλης όμως δεν είχαν πού αλλού να στηριχθούν παρά μόνο στην εικόνα. Στην εικόνα του κοφτερού σπιτιού του σιορ Διονύση του Μάντουκα. 

Από τη μια μεριά το διοικητήριο του Ρόικου και από την άλλη το σπίτι του Μάντουκα.
Από τη μια τα πολύχρωμα παράθυρα – χαρακτηριστικά της τοπικής αρχιτεκτονικής – και οι περικοκλάδες, και από την άλλη ένα κατάλευκο μαρμάρινο κτίριο με αιχμηρές γωνίες, που παρασάγγες απείχε από την κομψή αισθητική της πόλης και του νησιού γενικότερα.

Το σπίτι δεν ήταν όμορφο, δεν ήταν καν συμπαθητικό. Ήταν αυστηρό και επιθετικό. Το πρωί αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου με τέτοιο τρόπο που ήταν πολύ δυσάρεστο να περάσεις από δίπλα. Μπάφιαζες από τη ζέστα που ανάδιδε το λευκό μάρμαρο. Και σαν έπεφτε το βράδυ και ειδικά τον χειμώνα, πάγωνες και μόνο στη θέα του ψυχρού αυτού κατασκευάσματος.
Το σπίτι, δεν ανήκε στον τόπο αυτό. Ήταν σα να είχε φτιαχτεί στο μέλλον και από λάθος ή από σκοπιμότητα είχε τοποθετηθεί εκεί. Πάντως χτίστης ντόπιος δεν το ‘χε χτίσει. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

Ένα σίγουρο, αν και παράλογο βέβαια, συμπέρασμα ήταν ότι ούτε ο σιορ Διονύσης ήταν για το σπίτι, ούτε το σπίτι για τον Μάντουκα, αλλά ούτε και για τον τόπο αμφότεροι. Ίσως γι΄ αυτό είχαν εναποθέσει τις ελπίδες για “καθάρισμα” της πλατείας οι ντόπιοι σ’ αυτό το περίεργο δίδυμο. Ίσως γιατί ότι δεν το καταλαβαίνεις μαθαίνεις να το ηρωοποιείς.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ούτε ο σιορ Διονύσης, πόσο μάλλον το οίκημα, δεν έσωσαν καμία πλατεία και καμία “μικρή κυρία”.
Τη λύση για άλλη μια φορά την έδωσε ο χρόνος. Ο ισχυρότερος αφανιστής των κατεστημένων.
Ο Pόικος πέθανε κάποια στιγμή από βαθιά γεράματα, και οι κάτοικοι της πόλης του επιφύλαξαν μια άκρως μεγαλοπρεπή κηδεία. Αυτοί που πάσχιζαν όλα αυτά τα χρόνια να σωθούν από δαύτον εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στον γέρο Διονύση, ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν τον σκατάνθρωπο Ρόικο, στην τελευταία του κατοικία.
Τελικά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ. Μπορεί να σου γαμούν την κόρη, αλλά αν όλα τα άλλα είναι τακτοποιημένα δεν τρέχει τίποτα.

Πέθανε όμως και ο σιορ Διονύσης του Μάντουκα και ο φόβος του έγινε πραγματικότητα. Τον βρήκαν καμιά εικοσαριά μέρες μετά, κακαρωμένο και κοκκαλωμένο στη πορσελάνινη χέστρα πάνω, αφού η βρώμα είχε κατακλύσει την πλατεία. 


Με τη γυναίκα μου βρεθήκαμε στο νησί για να διευθετήσουμε τις λεπτομέρειες για την πώληση του κτήματος στο χωριό. Καθώς ήταν ακατοίκητο για χρόνια, το σπίτι “είχε πέσει μέσα” και ο περιβάλλοντας χώρος είχε ολοκληρωτικά κυριευτεί από τα χόρτα που είχαν φτάσει το ενάμισι μέτρο ύψος.
Θα τρώγαμε μέρες εκεί μέχρι να καθαρίσουμε στοιχειωδώς τον χώρο και φυσικά θα μέναμε στην πόλη.
Αφού κανονίσαμε τους εργάτες για το ξεχορτάριασμα, είχαμε δυο μέρες καιρό μέχρι να καλέσουμε τον μεσίτη να αναλάβει την πώληση.

Έτσι μετά από χρόνια γάμου βρεθήκαμε λίγο μόνοι σε ένα ωραίο νησί. Ίσως να τα καταφέρναμε να γυρίσουμε ζευγάρι, κάτι που είχαμε πάψει να είμαστε πολλά χρόνια τώρα.
Είχα πατήσει τα πενήντα για τα καλά και έβλεπα ότι είχα δυο επιλογές.
Να παλέψω να σώσω τον κατεστραμμένο γάμο μου και να γεράσω μέσα σ’ αυτόν ή να τα διαλύσουμε όλα και να πεθάνω από κείνη τη στιγμή μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνω κανονικά, μόνος σαν τον σιορ Διονύση.

Την ήξερα καλά την ιστορία του σιορ Διονύση του Μάντουκα και του σιορ Ρόικου. Από παιδί την άκουγα να την λένε οι παππούδες μου τα καλοκαίρια που περνάγαμε στο νησί.
Για κάποιο λόγο αυτοί οι δύο μνημονεύονταν πάντα μαζί, παρόλο που όσο ζούσαν δεν αντάλλαξαν ούτε μια ματιά.

Η γυναίκα μου εξέφρασε την επιθυμία να της πω την ιστορία τους.
Την είχα αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν σαν την ιστορία που είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια, αλλά έμενα στην ξερή αναφορά, γιατί δεν έβλεπα το αντίστοιχο ενδιαφέρον από τη μεριά της.
Μάλλον τώρα να θεωρεί ότι αυτό είναι μια καλή αρχή για να αρχίσουμε να συζητάμε για μας.

Θεώρησα σωστό ότι το κατάλληλο περιβάλλον θα έκανε καλό και σε μας και στην ιστορία που θα της αφηγούμουν κι έτσι βρεθήκαμε το πρώτο βράδυ στην άνω πλατεία να φάμε και να μιλήσουμε.

Δεν την θυμόμουν έτσι την πλατεία. Την τελευταία φορά που είχα βρεθεί εκεί τα πράγματα δεν ήταν όπως τώρα.
Στο άλλοτε γυαλιστερό πλακόστρωτο της είχε εγκατασταθεί η λαχαναγορά της πόλης και σαν έπεφτε το βράδυ έκαναν την εμφάνισή τους οι σκιεροί τύποι της πόλης, οι ίδιοι που υπάρχουν σε κάθε πόλη, αυτοί που κουβαλάνε τη νύχτα στην ψυχή τους και που μεταδίδουν σαν ασθένεια το σκοτάδι σε κάθε ψυχή που τους συναναστρέφεται.
Μετά από χρόνια και με απόφαση του τότε δήμαρχου, που συμπτωματικά ήταν μακρινός απόγονος του Ρόικου, η άνω πλατεία καθαρίστηκε επιτέλους “ψυχή τε και σώματι” και εξελίχθηκε σε ένα κοσμοπολίτικο μέρος, που σε τίποτα δε θύμιζε τις παλιές, αλλά και τις παλιότερες εποχές.

Αν ήξερες όμως, κάτι σου προκαλούσε εντύπωση.
Το σπίτι του σιορ Διονύση του Μάντουκα είχε ερειπώσει για τα καλά. Κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε να περισώσει αυτό το περίεργο κτίσμα, αν μη τι άλλο ως κάτι περίεργο, ως κάτι παράταιρο, στην τελική ως μια διαφωνία που εξυψώνει την αρμονική γύρω του αρχιτεκτονική. 

Υπήρχε και κάτι άλλο που με εξαγρίωνε.
Ο Διονύσης του Μάντουκα δεν είχε πειράξει ποτέ του ούτε μύγα. Τουλάχιστον γι’ αυτό θα άξιζε μια καλύτερη μεταχείριση το οίκημα που γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέθανε. Αντ’ αυτού οι υπάλληλοι του δήμου το είχαν φωτίσει δήθεν καλλιτεχνικά, ώστε ακόμα να προκαλεί τη χλεύη, όπως τότε.

Όσο τρώγαμε, τόσο και μεγάλωνε η περιέργειά μου για το σπίτι αυτό.
Τα γιατί και οι υποθετικές απαντήσεις δίναν και παίρναν στο κεφάλι μου, ενώ παράλληλα εξιστορούσα όσα ήξερα για τους δύο “μονομάχους της πλατείας”.
«Και φυσικά πρωταγωνιστής είναι ο άνθρωπος, δεν είναι;» με ρώτησε κάπως περιπαικτικά η γυναίκα μου. «Μου μιλάς για τα σπίτια και δε μου λες τίποτα για τους ανθρώπους που τα είχαν!» συμπλήρωσε όταν είδε την απορία στο βλέμμα μου.

Πράγματι είχε δίκιο και αναρωτιέμαι, γιατί κάνεις μας ποτέ, κανείς ντόπιος,  δεν το είχε σκεφτεί έτσι.
Όλοι μιλούσαν για το διοικητήριο του Ρόικου και το τερατούργημα του Μάντουκα, αλλά κανένας ποτέ δεν αναρωτήθηκε ποιοι ήταν αυτοί.
Τι ξέραμε παραπάνω για τον Ρόικο, εκτός της ιδιότητάς του ως σκατάνθρωπου εκμεταλλευτή της ανθρώπινης φτώχιας; Ή τι γνωρίζαμε για τον φιλήσυχο Διονύση, εκτός του ότι ήταν άφαντος;

Η διαπίστωση της γυναίκας μου με προβλημάτισε σε τέτοιο βαθμό, που με έβαλε σε σκέψεις για την κοινή συνείδηση του τόπου αυτού.
Κανένας μα κανένας ποτέ δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με την ιστορία τους.
Όλοι αρκέστηκαν σ’ αυτά τα λίγα που πέρασαν από στόμα σε στόμα μέσα στα χρόνια και έγιναν ιστορία ατεκμηρίωτη.

Προσπάθησα να εξιστορήσω στη γυναίκα μου όσα ήξερα και αντιλήφθηκα ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να αποστασιοποιηθώ. Μίλαγα και ένιωθα ότι αυτή η ιστορία του τόπου μου, δεν ήταν απλώς “μια ιστορία”, αλλά ήταν μπηγμένη μέσα μου, καρφωμένη στο υποσυνείδητό μου, σαν βιωμένη. 

Το διοικητήριο του Ρόικου είχε μετατραπεί σε ένα έξοχο ξενοδοχείο.
Είχα κλείσει το δωμάτιο πολλούς μήνες πριν, τότε ακόμα που δεν ήμασταν καν σίγουροι τι θα συναντήσουμε στο κτήμα.
Για μένα ήταν μονόδρομος: Αν μέναμε τελικά στην πόλη, θα μέναμε στου Ρόικου.

Μετά το γεύμα μας κάναμε μία μικρή βόλτα στα καντούνια και καταλήξαμε στο ξενοδοχείο. Τις αποσκευές μας τις είχα ήδη στείλει απευθείας από το αεροδρόμιο, ώστε να μην υπήρχε ουδεμία περίπτωση να μην καταλήξουμε εκεί.
«Το δωμάτιό σας είναι έτοιμο κύριε Καλλονά. Όπως μας ζητήσατε, έχει θέα στην πλατεία» με ενημέρωσε η ρεσεψιονίστ και μας έδωσε το κλειδί.

Το δωμάτιο ήταν όπως ακριβώς το περιμέναμε. Ένα δωμάτιο διακοσίων και βάλε χρόνων με τα πάντα καλοσυντηρημένα και ανακαινισμένα.
Το παράθυρο κρυβόταν πίσω από μία κουρτίνα μπλάιντ, άλικου χρώματος.
Δεν την τράβηξα για να αποκαλύψω την θέα της πλατείας, αν και ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα.
Είχα ψυχανεμιστεί, ότι η γυναίκα μου είχε μια υποβόσκουσα ανησυχία και δεν είχα καταλήξει αν ανησυχούσε για μένα ή η ιστορία των μονομάχων την είχε αγριέψει.
Όπως και να ‘χε έπρεπε να κάνω υπομονή. Θα άνοιγα την κουρτίνα το πρωί.

Το σεξ μετά από τόσο καιρό ήταν αποκαλυπτικό. Γαμηθήκαμε σαν δύο άλλοι. Ήμουν εκεί και ταυτόχρονα όχι. Ήταν σα να έλεγχα τις κινήσεις του σώματός μου από ψηλά με νήματα. 
Ότι είχα φανταστεί ποτέ μπορούσε να γίνει, αρκεί να κουνούσα σωστά τα νήματα και οι απανωτές ηδονές περνούσαν μέσα από τα σχοινιά και με τράνταζαν ολόκληρο.
Στο τέλος η συμβία μου με φίλησε και πέσαμε σε έναν γλυκό ύπνο.

Ξύπνησα κατά τις τέσσερις παρά, αδικαιολόγητα ιδρωμένος.
Ο χειμώνας στο νησί είναι βαρύς και η υγρασία διαπερνά τους τοίχους των παλιών χτισμάτων σα να είναι αόρατα.
Φόρεσα τη ζακέτα μου και άναψα ένα τσιγάρο.
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δεν θα τραβήξω εκείνη τη ρημάδα την κουρτίνα, παρά μόνο το πρωί. Δεν κρατήθηκα. 

Έσβησα το τσιγάρο λίγο πάνω απ’ τη μέση και με αργά φοβισμένα βήματα κατευθύνθηκα προς το παράθυρο.
Και τι δεν πέρασε απ’ το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή. Αδικαιολόγητα όλα.
Δεν ξέρω τι περίμενα να δω πάνω στο πλακόστρωτο της άνω πλατείας, αλλά το πιο πιθανό θα ήταν να έβλεπα τις προετοιμασίες του φούρνου που ακουμπούσε το ερειπωμένο σπίτι του σιορ Διονύση.

Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια τα καλοκαίρια στο νησί και όλες τις ιστορίες που λέγαμε με τα ξαδέλφια μου τα βράδια στην αυλή του σπιτιού.
Σκαρφιζόμασταν τρομακτικές ιστορίες και τα μεγαλύτερα φοβίζαμε τα μικρότερα.
Αυτό μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε στιγμή χωρίς καμία συνεννόηση.
Όποιος ήθελε να πει ιστορία έλεγε απλά «Ένα! Δύο! Τρία!» και ξεκίναγε να την αφηγείται.
Αυτό το μέτρημα ήταν το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε για τα μικρότερα από μας, ώστε να προλάβουν να προετοιμαστούν ή να κλειστούν μέσα στο σπίτι. Κανένα ποτέ δεν το έκανε.

«Ένα, δύο, τρία!» και τράβηξα την κουρτίνα.

Τέλος 1ου Μέρους