Ο ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΖΙΤΑΣ

Μία φορά κι έναν καιρό, κάπου σε ένα χωριό της Ελλάδας, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι.
Οι γονείς του, που ήταν φτωχοί βιοπαλαιστές, δόξασαν τον καλό Θεούλη που τους χάρισε αυτό το όμορφο πλάσμα και ορκίστηκαν να κάνουν τα πάντα για να το μεγαλώσουν.
Ήξεραν από την αρχή, ότι τα πράγματα δε θα είναι εύκολα, όμως με τη βοήθεια του Θεού – και με λίγο ζόρι – τελικά θα κατάφερναν να βρουν τα απαραίτητα, ώστε αυτό το κοριτσάκι να μη βλαστημήσει το γάλα της μάνας του.

Τα χρόνια περνούσαν και το κοριτσάκι μεγάλωνε και γινόταν ολοένα και πιο όμορφο.
Οι στοργικοί, πλην φτωχοί γονείς, δεν κατάφερναν πάντα να δώσουν στο βλαστάρι τους τα απαραίτητα, αλλά δεν πείραζε κανέναν αυτό.
Έπειτα, τί να περιμένει κανείς από δύο φτωχούς βιοπαλαιστές;
Το σημαντικό ήταν ότι την αγαπούσαν και ότι πίστευαν στο γνωστό ρητό:”κανείς δε χάνεται”.

Η μόρφωση του μικρού κοριτσιού δεν ήταν το κύριο μέλημα για τους γονείς, αλλά ποιος νοιάζεται; Φτάνει που είχε φαγητό, ζεστά ρούχα και πήγαινε στην εκκλησία ανελλιπώς κάθε Κυριακή πρωί.
Ήταν πραγματικά ένα πολύ καλό κορίτσι και στο χωριό θα γινόταν περιζήτητη νύφη.
Θα παντρευόταν νωρίς – νωρίς έναν γιδέμπορα, θα έκανε καμιά ντουζίνα παιδιά και θα ροκάνιζε μέρα – μέρα το μεγαλύτερο δώρο που της χάρισε ο καλός Θεούλης. Την ίδια της τη ζωή.

Όμως η μοίρα (ή ο καλός Θεούλης;)  είχαν άλλα σχέδια για τη μικρή κοπέλα της ιστορίας μας.
Οι υπερφυσικές δυνάμεις που μας εξουσιάζουν στάθηκαν ιδιαιτέρως γαλαντόμες με το κορίτσι και έτσι της δόθηκε ταλέντο.
Η μικρή και όμορφη κοπέλα μπορούσε να χορεύει και να τραγουδάει καταπληκτικά.
Ήταν τόσο το ταλέντο της, που η μανούλα της επιδείκνυε τα χαρίσματα τής κόρης της με κάθε ευκαιρία.
Ειδικά Χριστούγεννα και Πάσχα, κάθε οικογενειακό τραπέζι τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό: «Αγάπη μου θα χορέψεις και να τραγουδήσεις λίγο στους Θείους σου;»
Και η μικρή κοπέλα με προθυμία χόρευε, τραγούδαγε και γέλαγε, γιατί αυτό ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε ευτυχισμένη.

Τα χρόνια όμως πέρασαν και το μικρό κορίτσι είχε αρχίσει να γίνεται γυναίκα.
Κάθε χορευτικό της πλέον προκαλούσε τα λαίμαργα βλέμματα κάποιων μακρινών μπαρμπάδων, που ίδρωναν και στέγνωναν γδύνοντας με τα μάτια τους τη μικρή κοπέλα.
Η πάντα “άγρυπνη” μητέρα της όμως, μόλις αντιλήφθηκε τη δύσκολη αυτή κατάσταση, αποφάσισε να κλείσει διά παντός το “τσίρκο” που έδρευε μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Από κείνη τη στιγμή τελείωσαν οι “χοροί και τα πανηγύρια”. Το κορίτσι της έπρεπε να βρει γαμπρό και αυτό θα το κανόνιζε ο στοργικός της πατέρας.

Με το τέλος του σχολείου, ο πατέρας είχε ήδη κανονίσει την αποκατάσταση της κόρης του. Θα παντρευόταν έναν κατά σαράντα χρόνια μεγαλύτερό της γιδέμπορα από το διπλανό μεγαλοχώρι.
Ο γιδέμπορας είχε καπαρώσει τη μικρούλα πολλά χρόνια πριν, καθώς κάποια στιγμή παραβρέθηκε σε μια από τις “επιδείξεις” της σε κάποιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Αφού κάβλωσε και ξεκάβλωσε επανειλημμένως, έπιασε τον πατέρα της και του πρότεινε “γη και ύδωρ” προκειμένου να την αποκτήσει.
Ο πατέρας όμως, παρόλο που η φτώχια του βασάνιζε κάθε μέρα το κορμί, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.
θα περίμενε να ενηλικιωθεί το αγγελούδι του πριν το δώσει να μαγαριστεί, από τα μαύρα και λειψά δόντια του πλούσιου μεγαλέμπορα.

Τα πράγματα έγιναν ακριβώς όπως είχαν συμφωνηθεί.
Αμέσως μόλις η κοπέλα έκλεισε τα δεκαοκτώ, έγινε και ο γάμος.
Το νιόπαντρο ζευγάρι μετακόμισε στο μεγαλοχώρι και ένα χρόνο μετά, η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε με τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού.
Ο γιδέμπορας όμως δεν ήταν αχάριστος. Φρόντιζε οικονομικά τους γονείς της γυναίκας του χωρίς ούτε έναν μήνα να παραλείψει να καταθέσει το συμφωνημένο ποσό.
«Λίγο ακριβά μου στοιχίζει η κόρη σου, αλλά χαλάλι της», είπε κάποια στιγμή μεταξύ αστείου και σοβαρού, στον πατέρα της.

Οι νύχτες στο “ευτυχισμένο” σπιτικό του ζευγαριού ήταν εφιαλτικές για την όμορφη ηρωίδα.
Μετά το βραδινό γεύμα, ο γιδέμπορας ανάγκαζε τη γυναίκα του να φοράει μία προβιά κατσίκας και να χορεύει μπροστά στην τηλεόραση και αφού τελείωνε η “παράσταση” την έριχνε στα τέσσερα και τη βίαζε αναγκάζοντάς την να φωνάζει “μπέεε”.
“Θεέ μου, πώς με κατάντησες έτσι;” σκεφτόταν κάθε φορά που αυτός τελείωνε και με την ουρά της προβιάς στα σκέλια πήγαινε στο μπάνιο για να πλυθεί, αλλά κυρίως για να κλάψει και να βλαστημήσει την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε.

«Ζήτα μου ότι θες και θα το ΄χεις», της είπε κάποια μέρα πάνω σε κρίση καλοσύνης ο γιδέμπορας.
«Δε θέλω τίποτα άντρα μου, τα έχω όλα», του απάντησε σεμνά η γυναίκα του.
«Σε παρακαλώ! Μου χάρισες το γιο μου και με φροντίζεις. Δε μπορώ παρά να σε ευχαριστήσω με ένα δώρο», επέμεινε ο γιδέμπορας.
«Αφού επιμένεις, θα σου πω», είπε με σιγουριά η κοπέλα
«Θέλω να μάθω να χορεύω και να τραγουδάω πιο καλά. Υπάρχει μια σχολή στην Τρίπολη και θα πηγαίνω 2 φορές τη βδομάδα τα πρωινά. Θα είμαι πίσω πριν τις δώδεκα και θα ετοιμάζω φαγητό. Το παιδί θα το κρατάει η κυρά Τούλα και θα το παίρνω γυρίζοντας»

Το ξύλο που έπεσε εκείνη τη μέρα έμεινε ανεξίτηλο στο σώμα της δύστυχης νεαρής μητέρας, αλλά πιο πολύ τα λόγια. Τα λόγια που είπε εκείνος ο κτηνοβάτης ξεχύνονταν σαν αιμοβόρες νυχτερίδες από τη δύσοσμη σπηλιά του στόματός του και με τα φτερά τους ράπιζαν το αγγελικό πρόσωπο της κοπέλας, ενώ με τα μυτερά τους δόντια τρυπούσαν το δέρμα της και ρουφούσαν από μέσα της κάθε στάλα αξιοπρέπειας που της είχε μείνει.

«Είσαι πουτάνα, όπως όλες! Αλλά τί περίμενα σε τέτοιο σπίτι που μεγάλωσες; Σε τάιζαν με σκοπό να σε πουλήσουν ακριβά σε κάποιον μαλάκα σαν κι εμένα για να “πιάσουν την καλή”! Δεν είσαι τίποτα χωρίς εμένα, που σε έκανα κυρία και μητέρα, που σκατά στον τάφο μου, αν σε αφήσω ποτέ να ξεμυτίσεις έξω από το σπίτι μου! Άκου χορούς και τραγούδια! Μέσα στο σπίτι σου και το παιδί σου, παλιοπουτάνα!”
Και συνέχισε: «Και τέρμα η επιχορήγηση στον μπαμπάκα σου! Αν θέλει λεφτά ας βγάλει στο κλαρί τη μάνα σου. Ίδια πουτάνα σαν κι εσένα θα ΄ναι!»

Και η όμορφη κοπέλα έκλαιγε ασταμάτητα πολλά μερόνυχτα και σιχτίριζε την τύχη της, μέχρι που η στεναχώρια έγινε θυμός και ο θυμός αδιαφορία.

«Δε με νοιάζει τι λες!», του είπε μερικές μέρες μετά. «Εγώ θα πάω να κάνω το όνειρό μου. Να μάθω να χορεύω και να τραγουδώ και μόνο αν με σκοτώσεις θα το αλλάξεις αυτό!»
Τί τις ήθελε της ανακοινώσεις η δύστυχη κοπέλα;
Ο άντρας της, αφού την τουλούμιασε στο ξύλο την πέταξε έξω από το σπίτι και την προειδοποίησε να μην ξαναπλησιάσει το παιδί τους ποτέ ξανά.
Η κοπέλα όμως το είχε πάρει απόφαση. Θα πήγαινε να πραγματοποιήσει το όνειρό της και θα επέστρεφε θριαμβεύτρια ένα δύο χρόνια αργότερα να πάρει το παιδί της και να φύγουν.

Πριν φύγει για την Τρίπολη η νεαρή μητέρα έκανε μία στάση από το χωριό των γονιών της με την ελπίδα ότι θα έβρισκε ένα στήριγμα ή έστω θα άκουγε μία καλή κουβέντα.
Εκεί τα πράγματα ήταν χειρότερα.
Ο πατέρας της, με το που άκουσε τί είχε συμβεί, έφυγε από το σπίτι χωρίς να πει κουβέντα, ενώ η μάνα της την κατηγόρησε με τα χειρότερα λόγια.
«Πού ακούστηκε, μάνα να παρατάει τον άντρα της και το παιδί της για να πάει να γίνει χορεύτρια; Όλες οι χορεύτριες είναι πουτάνες! Πουτάνα θες να γίνεις;», της φώναζε.
«Μα εσύ μου έβαλες το μικρόβιο, μάνα! Εσύ με μόστραρες από μικρή για να κάνεις το κομμάτι σου. Τώρα φταίω εγώ;», της απάντησε με θάρρος η κόρη της.
«Ξέρεις πόσα κοριτσάκια και αγοράκια χορεύουν όταν είναι μικρά; Τι σημαίνει αυτό, ότι γίνονται όλα τραγουδιστές; Σύνελθε κόρη μου και γύρνα στην οικογένειά σου. Ο άντρας σου και το παιδί σου σε περιμένουν. Μη μας καταστρέψεις όλους για ένα καπρίτσιο!», και έβαλε τα κλάματα η γριά μήπως και την μεταπείσει: « Εξάλλου δεν ξέρεις αν θα είσαι καλή. Άλλο το χωριό και άλλο η πόλη. Θα σε φάνε ζωντανή μόλις πατήσεις το πόδι σου εκεί!»

Ο πατέρας της βρέθηκε πνιγμένος στο ποτάμι δύο ώρες μετά. Κανείς δεν είπε ότι ήταν αυτοκτονία, αλλά ότι παραπάτησε και έπεσε.
Τώρα πια η όμορφη κοπέλα ήταν απελευθερωμένη κατά το ήμισυ.
Το μόνο που έμενε ήταν να πετάξει από πάνω της και το βαρίδι της μάνας της, αλλά αυτό για καλή της τύχη έγινε από μόνο του χωρίς η ίδια να κάνει τίποτα απολύτως.
Τη μέρα της κηδείας, η μάνα της δεν άντεξε τη συγκίνηση και ακολούθησε τον άντρα της κοντά στον καλό Θεούλη, ώστε όλοι μαζί πια να παρακολουθούν και να κρίνουν από ψηλά το δόλιο κορίτσι.

Αφού έγιναν και τα σαράντα των γονιών της, η ηρωίδα μας άνοιξε τα φτερά της (για την ακρίβεια πήρε το ΚΤΕΛ) και “πέταξε” μέχρι τη μαγευτική Τρίπολη.
Άβγαλτη καθώς ήταν, περιφερόταν ώρες ατελείωτες κοιτάζοντας τη μεγαλούπολη, μη καταφέρνοντας να βάλει τις σκέψεις της σε μία σειρά.
Η ζωή, της τα είχε φέρει πολύ περίεργα και αυτή ήταν όντως η πρώτη φορά που βρέθηκε στην Τρίπολη.
Μιάμιση ώρα διαδρομή από το χωριό της και ποτέ δεν την πήγε κανένας να δει τη μεγάλη αυτή πόλη.
“Πόσοι άνθρωποι, πόσες ευκαιρίες και εγώ δεν είχα ιδέα!”, σκέφτηκε.

Το βράδυ άρχισε να πέφτει και η Μαρία – ναι αυτό είναι τ΄ όνομά της – αποφάσισε να βρει ένα ξενοδοχείο για να κοιμηθεί έτσι ώστε ξεκούραστη να ξεκινήσει την επόμενη μέρα, που θα ήταν η πρώτη μέρα της ζωής της.

Μαθημένη από το χωριό, η Μαρία ξύπνησε πριν ανατείλει ο ήλιος και ήταν μπροστά στην είσοδο της σχολής πολύ ώρα πριν ανοίξει.
Μία πολύ καλοβαλμένη κυρία έφτασε στην ώρα της και άνοιξε τη σχολή. Καλωσόρισε τη Μαρία και μαζί ανέβηκαν στα γραφεία της γραμματείας.
«Η σχολή είναι δική μου, και είμαι ιδιαιτέρως περήφανη γι΄ αυτό», είπε η προσεγμένη ιδιοκτήτρια. «Όλα τα μεγάλα αστέρια αυτής της χώρας από δω έχουν περάσει και γι΄ αυτό τα δίδακτρα είναι κάπως τσιμπημένα», συνέχισε με κομπασμό.
«Δηλαδή πόσο τσιμπημένα;», ρώτησε δειλά η Μαρία.
Η καλοβαλμένη κυρία άναψε ένα τσιγάρο και ανακοίνωσε με αργή και σίγουρη φωνή τη λυπητερή.
«Κοίτα να δεις Μαρία. Εάν δώσεις τώρα τα μισά, τότε ο μήνας θα σου βγαίνει περίπου οκτακόσια ευρώ, γιατί θα σου κάνουμε και τη σχετική έκπτωση. Εάν πάλι δεν μπορείς, τότε δίνεις μία μικρή προκαταβολή, ας πούμε εκατόν πενήντα ευρώ, πληρώνεις την εγγραφή σου και μετά με εννιακόσια ευρουλάκια το μήνα, καθάρισες. Αν σου φαίνονται πολλά, σκέψου το σημαντικότερο και κόψε από κάπου αλλού. Όλη η ελληνική σοουμπίζ έχει περάσει από ΄δω»
«Εννιακόσια ευρώ το μήνα;», είπε έκπληκτη η Μαρία.
«Ή οκτακόσια εάν δώσεις τα μισά μπροστά», επανέλαβε η ιδιοκτήτρια.
«Μα δε βγαίνει έτσι! Εάν δώσω τα μισά μπροστά, τελικά δίνω παραπάνω. Είναι κοροιδία!»
«Αυτά τα δίδακτρα αποφάσισα να ζητάω σήμερα! Εάν δε σ’ αρέσει τότε φύγε!», απάντησε σε αυστηρό τόνο η ιδιοκτήτρια της σχολής.
“Όχι δε θα φύγω! Τόσες θυσίες έκανα για να πραγματοποιήσω το όνειρό μου”, σκέφτηκε η Μαρία
«Ωραία, θα το κάνω! Θα μαζέψω τα χρήματα και αύριο πρωί πρωί θα έρθω να γραφτώ», είπε με σιγουριά στην ιδιοκτήτρια.

Η Μαρία δεν είχε το ποσό που χρειαζόταν, όμως όλοι αυτοί που έβλεπε και θαύμαζε καθημερινά στην τηλεόραση, είχαν φοιτήσει σε αυτή τη σχολή. Δεν έπρεπε να χάσει την ευκαιρία.
Θα έπρεπε να κάνει τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει τα χρήματα, ώστε το πρωί της επόμενης μέρας, να ήταν τελικά το πρωί που θα ξεκίναγε η ζωή της.

Με το φτωχό της μυαλουδάκι η Μαρία κατάστρωσε ένα οικονομικό πλάνο.
Πρώτα θα νοίκιαζε ένα μικρό σπιτάκι με πολύ λίγο ενοίκιο και μετά θα έψαχνε να βρει δουλειά. Εκεί θα ζητούσε μία προκαταβολή και θα πήγαινε την επόμενη το πρωί να πληρώσει τη σχολή.
Τόσο αγαθή ήταν η ηρωίδα μας που πίστευε ότι σε μία μέρα θα μπορούσε το σχέδιο αυτό να πραγματοποιηθεί.

Φυσικά τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου όπως τα είχε φανταστεί.
Το σπίτι το βρήκε σχετικά εύκολα, αλλά όχι στην τιμή που πίστευε. Όσο για τη δουλειά, εκεί τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα.
Οι μόνες δουλειές που βρήκε ήταν καθαρίστρια ή βοηθός σερβιτόρας, αλλά κανένας εργοδότης δεν έδινε προκαταβολή σε κάποια κοπέλα που δούλευε για πρώτη φορά στη ζωή της.
Η νύχτα ξανάπεσε στην Τρίπολη και η Μαρία απογοητευμένη γύρισε στο καινούριο της σπιτικό για να ξεκουραστεί.
“Τελικά ούτε αύριο θα είναι η πρώτη μέρα της ζωής μου”, σκέφτηκε καθώς την έπαιρνε ο ύπνος.

Το επόμενο πρωί βρήκε πάλι τη Μαρία στους δρόμους να ψάχνει για δουλειά.
Πήρε μία εφημερίδα και πήγε αυτοπροσώπως σε όλες σχεδόν της αγγελίες που είχε σημειώσει.
Παντού άκουγε “όχι” και κανένας εργοδότης δεν της πρότεινε ούτε μία εναλλακτική λύση.
Κατά το απόγευμα, και πάλι στα πρόθυρα της απογοήτευσης η όμορφη κοπέλα έκατσε να ξεκουραστεί σε ένα παγκάκι.
“Είναι λογικό να μη με παίρνουν στις δουλειές τους”, σκέφτηκε.
“Τα μόνα πράγματα που ξέρω να κάνω καλά είναι να μαγειρεύω και να κάνω την κατσίκα. Οι γονείς μου δε μου έδωσαν κανένα άλλο εφόδιο για να αντιμετωπίσω τη ζωή” και την έπιασαν τα κλάματα.

Λίγο παραπέρα, σε ένα άλλο παγκάκι καθόταν ένας κύριος, λίγο μεγαλούτσικος, λίγο χοντρός, λίγο άσχημος, αλλά κατά τα άλλα, πολύ συμπαθητική φυσιογνωμία.
«Κοπελιά γιατί κλαις; Δε νομίζεις ότι είσαι πολύ νέα και όμορφη για να στεναχωριέσαι; Έχεις όλον τον καιρό μπροστά σου για να τα διορθώσεις όλα», της είπε πλησιάζοντας στο παγκάκι της.
«Δεν υπάρχει λύση στο πρόβλημα που έχω, κύριε», του είπε κλαίγοντας.
«Σε όλα υπάρχει λύση, φτάνει να εντοπίσεις εγκαίρως τις υποχωρήσεις που πρέπει να κάνεις», της απάντησε ο σοφός κύριος.
«Νομίζω ότι μέχρι τώρα έχω κάνει μόνο υποχωρήσεις στη ζωή μου» του απάντησε με θυμό.
«Σε πιστεύω κοπελιά, απλά μάλλον δεν έχεις κάνει τις σωστές!»
«Και πώς θα καταλάβω ποιες είναι οι σωστές υποχωρήσεις;», τον ρώτησε η Μαρία.
«Ας συμφωνήσουμε σε κάτι πρώτα, θες;»
«Σε τί;»
«Ας πούμε ότι η λέξη “υποχωρήσεις” είναι λίγο άκομψη. Θα πρότεινα να την αντικαταστήσουμε με την λέξη “παραχωρήσεις”», είπε ο σοφός άντρας.
«Δηλαδή;», τον κοίταξε απορημένη η Μαρία.
«Όταν παραχωρούμε, δίνουμε χώρο σε μία κατάσταση για να έχουμε κάποιο κέρδος. Κατάλαβες;», της είπε τρυφερά ο άντρας.
«Ωραία! Πώς θα καταλάβω ποιες παραχωρήσεις είναι οι σωστές;», συνέχισε να απορεί η Μαρία.
«Δυστυχώς δεν υπάρχει τρόπος για να ξέρουμε εκ των προτέρων ποια παραχώρηση είναι η σωστή. Συνήθως δρούμε με το ένστικτο. Όμως για να σου δώσω μία απάντηση που κάπως θα σε καλύψει, θα σου πω αυτό που πάντα μου έλεγε ο πατέρας μου. Η σωστή παραχώρηση είναι αυτή που όταν την κάνεις ξεκινάει η ζωή σου!»
Αυτό ήταν! Ο κύριος αυτός μίλησε απευθείας με την καρδιά της Μαρίας.

Αμέσως μετά τη γνωριμία τους, ο συμπαθητικός κύριος πρότεινε στη Μαρία να δουλέψει μαζί του στον μικρό εκδοτικό οίκο που διατηρούσε.
Της υποσχέθηκε έναν ικανοποιητικό μισθό και θα κανόνιζε με την ιδιοκτήτρια της σχολής – την οποία γνώριζε καλά – να τη διευκολύνει λίγο με στις πληρωμές.
Μετά από πολύ καιρό η Μαρία ήταν επιτέλους ευτυχισμένη. Για την ακρίβεια ποτέ δεν υπήρξε πιο ευτυχισμένη.

Οι μήνες περνούσαν και όλα κύλαγαν στρωτά για την ηρωίδα μας.
Το πρωί, στη σχολή, μάθαινε μουσική και χορό, ενώ το απόγευμα δούλευε με τον κύριο Λίνο – ναι έτσι τον έλεγαν – στον εκδοτικό οίκο.
Επειδή τα γράμματα που ήξερε ήταν λιγοστά, ο κύριος Λίνος φρόντισε να χρησιμοποιήσει τη Μαρία σε πιο απλές δουλειές.
Την έβαζε να βγάζει φωτοτυπίες, να τακτοποιεί κατά χρονολογική σειρά τα χειρόγραφα των επίδοξων συγγραφέων, αλλά και να καθαρίζει τον εκδοτικό οίκο, να φτιάχνει καφέδες και φυσικά, να συμμαζεύει λίγο το σπίτι του.
Η μεγαλύτερη απαίτηση που είχε από το κορίτσι ο μεσήλικας ευεργέτης, ήταν που και που να της ζητάει κανένα μαγειρευτό, γιατί είχε να λαδώσει το αντεράκι του για χρόνια.

Στη σχολή η Μαρία ήταν πολύ επιμελής και έκανε υπερπροσπάθεια για να μπορέσει να καλύψει τον χαμένο χρόνο, αλλά μάταια. Ήταν ήδη αρκετά μεγάλη για να καταφέρει να ασχοληθεί με τα πράγματα που αγαπούσε.

Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου η ιδιοκτήτρια της σχολής της μίλησε ξεκάθαρα: «Άκου Μαρία μου. Αν και δε με συμφέρει να σου μιλήσω, θα το κάνω και ας με μισήσεις για πάντα. Καταρχήν, ο φίλος μου ο Λίνος εγγυήθηκε για σένα και γνωρίζεις πολύ καλά ότι αν δεν ήταν αυτός πολύ δύσκολα θα τα κατάφερνες να φοιτήσεις εδώ. Σε στηρίζει ηθικά και οικονομικά σε πολύ δύσκολους καιρούς. Δεν γνωρίζω το λόγο που το κάνει και δε με ενδιαφέρει, αλλά εφόσον είσαι δικός του άνθρωπος οφείλω να σου μιλήσω ανοικτά»
Η ιδιοκτήτρια της σχολής έκανε μία παύση, ήπιε λίγο καφέ και συνέχισε: «Δεν το ΄χεις πια κορίτσι μου! Διάλεξε να κάνεις κάτι άλλο στη ζωή σου και μην παιδεύεσαι άλλο εδώ. Εάν άφησες κάτι πίσω σου για να ακολουθήσεις το όνειρό σου, σκέψου μήπως είναι πολυτιμότερο απ’ αυτό που κάνεις τώρα και πήγαινε βρες το. Εάν πάλι δεν εγκατέλειψες τίποτα και κανέναν, τότε ψάξε και βρες κάτι στο οποίο να είσαι καλή και δώσε όλο σου τον εαυτό.»

Η Μαρία δεν πίστευε αυτά που άκουγε.
«Μα από μικρή είχα ταλέντο σ΄ αυτό. Όλοι το λέγανε!», είπε βουρκωμένη.
«Το ταλέντο κούκλα μου είναι ένα εκδικητικό καθίκι. Εάν δε του χαρίσεις όλη σου τη ζωή όταν πρέπει, τότε κρύβεται καλά στα εσώψυχα και περιμένει την ευκαιρία να σε εξοντώσει. Και δυστυχώς το πετυχαίνει αυτό. Είναι ένας δολοφόνος που σκοτώνει το θύμα του σχεδόν καθημερινά»

«Μα πως γίνεται αυτό;» απόρησε η Μαρία
«Είναι ένα θαύμα αυτό που γίνεται. Ένα κακό θαύμα! Μόλις σε βρει αδύναμο, εμφανίζεται πάλι και σου ξυπνά το πάθος τόσο πολύ, που είναι αδύνατον να μην θέλεις να δημιουργήσεις ξανά. Και όταν είσαι τόσο διεγερμένος και έτοιμος να εκφραστείς, τότε εξαφανίζεται πάλι και απομένει μόνο το άσβεστο πάθος, χωρίς κανένα αντίκρισμα και ανατινάζεται στην ψυχή σου, αφού δεν έχει να διοχετευτεί πουθενά αλλού».

Η Μαρία κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες της σχολής κλαίγοντας.
“Μα καλά, ποτέ δε θα με αφήσεις να ευτυχίσω;”, απευθύνθηκε στον καλό Θεούλη και έφτασε στο σπίτι της και κλείστηκε εκεί για μέρες.
Ο κύριος Λίνος, ήξερε ότι αργά ή γρήγορα αυτό θα γινόταν και δεν την ενόχλησε καθόλου. Δεν ήταν δα και τόσο σημαντική στη δουλειά η Μαρία.
Ο μεσήλικας εκδότης έτρεφε την ελπίδα, ότι η όμορφη κοπέλα διαθέτει τουλάχιστον την κοινή λογική και μετά την απομόνωσή της θα έπαυε πια να ονειρεύεται τη ζωή της κάτω απ’ τα φώτα της σκηνής.
Εξάλλου, μόλις με το καλό θα επέστρεφε, είχε να της προτείνει κάτι που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί.

Μετά από μερικές μέρες η Μαρία επέστρεψε στην εργασία της.
Ο κύριος Λίνος την αντιμετώπισε σα να μην συνέβαινε τίποτα.
Ήταν θέμα χρόνου να του μιλήσει η ίδια και αυτό ο έμπειρος άνδρας το γνώριζε καλά.
Η ανάγκη της να μιλήσει θα την οδηγούσε κατευθείαν σ’ αυτόν, αφού όλον τον καιρό η κοπέλα δεν είχε συναναστραφεί με κανέναν πέρα από τον ίδιο. Με τους υπόλοιπους εργαζόμενους στην εταιρία δεν είχε πολλά πολλά, αφού δούλευε αποκλειστικά μαζί του. Όχι, δεν το είχε κάνει επίτηδες. Απλά έτσι είχε προκύψει.

«Τα παράτησα, αλλά φαντάζομαι το ξέρεις ήδη», του είπε κάποια μέρα.
«Το ξέρω, μου το είπε», της απάντησε αυτός.
«Θα δώσω όλον μου τον εαυτό εδώ. Θα ‘ρχομαι ξημερώματα και θα φεύγω το βράδυ. Θέλω να μάθω τη δουλειά όσο καλύτερα γίνεται», του έλεγε καθώς τακτοποιούσε τους φακέλους στο γραφείο της.
«Όλα θα πάνε καλά!», της είπε αυτός στοργικά και της χάιδεψε τα μαλλιά.

Την επόμενη το πρωί στις επτά, η Μαρία ήταν στο γραφείο και είχε ήδη ετοιμάσει τον καφέ του κύριου Λίνου. Μετά καθάρισε λίγο τον γύρο χώρο και έκατσε στο γραφείο της.
Κατά τις επτά και μισή ο εκδότης έφτασε στο γραφείο του και ζήτησε να του φέρει τον καφέ.
«Έτοιμος ο καφές σου! Όταν τελειώσει πες μου να σου βάλω κι άλλον. Έφτιαξα πολύ σήμερα»
«Σ’ ευχαριστώ Μαρία», της είπε κάπως αφηρημένος και συνέχισε να διαβάζει την εφημερίδα του.
«Έγινε κάτι Λίνο;», ρώτησε η Μαρία με το ένστικτο της διεγερμένο.
«Έμαθες τί έγινε στην Πλατανίτσα το χωριό, εδώ κοντά; Ένας κτηνοτρόφος δολοφονήθηκε άγρια. Βρήκανε αλλού το κεφάλι και αλλού το σώμα. Όμως το σοκαριστικό ήταν ότι ο μικρός του γιος έπαιζε με το πλαστικό παπάκι του στη λίμνη αίματος που είχε δημιουργηθεί!»
«Πού το γράφει, να δω την εφημερίδα!», άρπαξε την εφημερίδα από τα χέρια του εκδότη και το ένστικτο της επιβεβαιώθηκε.
Ο γιδέμπορας ήταν πια νεκρός …

ΤΕΛΟΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

Photo by DAVIDCOHEN on Unsplash