ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ & ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Θ

Κάθε πρωί το ίδιο βιολί. Ζεστό καφεδάκι, τσιγαράκι και μία πελώρια λαχτάρα για γράψιμο. Όπως πάντα όμως, απογοήτευση! Μέχρι το μεσημέρι να μη βγαίνουν με τίποτα οι λέξεις και η έμπνευση να αρνείται πεισματικά να μου χτυπήσει την πόρτα. Θέμα γιόκ!

Χθες η ζωή μου ακολούθησε το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Εγώ, η οθόνη, τα τσιγάρα, οι καφέδες και οι ώρες που πέρναγαν, να παλεύουμε σα μεγάλη παρέα να βρούμε μάταια τον χώρο μας στην μπλογκόσφαιρα. Το μεσημεράκι έφτασε άλλη μια φορά γρήγορα και η προσπάθεια για αναγνώριση στους δυσκοίλιους και ανθρωποφάγους αναγνώστες του διαδικτύου νόμιζα πως πέρασε πάλι, αλλά δεν ακούμπησε.

Όμως η έμπνευση έχει πολλά ποδάρια και εμφανίζεται από κάτι γωνίες που δεν γνωρίζουμε καν την ύπαρξή τους. Ένα συμβάν είναι αρκετό για να αναθεωρήσουμε την πραγματικότητα, να ανακαλύψουμε τις “παράλληλες γωνίες της” και τότε αμφιβάλλεις για τα πάντα, ακόμα και για το χρώμα του σκύλου σου.

Πριν από μερικούς μήνες αποκτήσαμε ένα λευκό τρισχαριτωμένο κουταβάκι, που μας έχει βγάλει το λάδι. Είναι εξόχως ζωηρό και φασαριόζικο, αλλά όλα είσαι υποχρεωμένος να τα γνωρίζεις όταν αποκτάς σκύλο. Τρώει με όρεξη τις παντόφλες μας, τα καλώδια, ροκανίζει τα πόδια απ΄ τις καρέκλες, τα δικά μας πόδια και φυσικά αφοδεύει με ρυθμούς πολυβόλου οπουδήποτε και οποιαδήποτε ώρα και πάλι χαρούμενος προς τη δόξα τραβά. Εμείς πάλι, έχουμε προμηθευτεί αρκετές καρτέλες χάπια, με σκοπό να τη “βγάλουμε καθαρή” όλους αυτούς τους μήνες, που χρειάζεται το ζωντανό για να μάθει τα βασικά και μέχρι στιγμής δεν τα πάμε κι άσχημα. Το πρωί με τον καφέ, “κουμπώνουμε” τα χαπάκια μας και η μέρα κυλάει ήρεμα. Έτσι είμαστε αμφότεροι χαρούμενοι. Κι εμείς και το σκυλί.

Εκτός από την επίδραση των χαπιών, μεγάλο ρόλο παίζει και το ίδιο το σκυλάκι. Είναι χαριτωμένο και έξυπνο και εάν έχεις λίγη καλοσύνη μέσα σου σε κερδίζει με ένα βλέμμα και δεν σου κάνει καρδιά να το μαλώσεις, ακόμα και όταν το σαλόνι σου μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο. Όμως αυτό που πάντα υπερτερεί έναντι όλων των άλλων χαριτωμένων του χαρακτηριστικών, είναι το λευκό σαν μπαμπάκι χρώμα του. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα μέχρι χθες το μεσημέρι.

Σηκώθηκα από το γραφείο μου άπραγος, θύμα της καλλιτεχνικής μου αφλογιστίας και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα παραμιλώντας ως άλλη Σκάρλετ ο’ Χάρα  “Αύριο θα είναι μία άλλη μέρα”. Έφαγα καμιά δεκαριά μανταρίνια και πριν οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας με καβαλήσουν πάλι, έψαξα να βρω τον σκύλο, που η αλήθεια είναι, ότι είχα πολύ ώρα να τον δω. Μετά από αλλεπάλληλες προσφωνήσεις το σκυλί παρέμενε άφαντο και είχα αρχίσει να ανησυχώ. Έψαξα παντού. Στα κρεβάτια από κάτω, στο μπάνιο, στην κουζίνα, στις ντουλάπες και πάει λέγοντας. Τζίφος!

Το άγχος για την εξαφάνιση του σκυλιού σε συνδυασμό με τα δέκα μανταρίνια πολύ γρήγορα με οδήγησαν σε επείγουσα κατάσταση στην τουαλέτα. Εκεί, μεταξύ κρύου ιδρώτα και υπόκωφων ήχων του εντέρου, προσπαθούσα να στύψω το κεφάλι μου, πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα το λευκό κουτάβι. Ένας εκκωφαντικός και περίεργος όμως ήχος μου έκοψε τον ειρμό, αλλά και το αίμα!

“Δεν μπορεί αυτό το πράγμα να ακούστηκε από μέσα μου!”, αναρωτήθηκα και σηκώθηκα άρον άρον. Με τα βρακιά κατεβασμένα βγήκα διστακτικά από το μπάνιο και περπατώντας σαν πιγκουίνος έφτασα στο σαλόνι. Με μία γρήγορη ματιά, τα πάντα έμοιαζαν φυσιολογικά. Τίποτα δεν είχε πέσει, τίποτα δεν είχε σπάσει και κανένας δεν ήταν στο σπίτι εκείνη την ώρα που θα μπορούσε να προκαλέσει έναν θόρυβο σαν κι αυτόν. “Μωρέ μπράβο! Από μέσα μου το ‘βγαλα. Με τις υγείες μου!”

Έσκυψα να ανεβάσω το βρακί και το παντελόνι, για να μη γυρίζω μες το σπίτι σαν επιδειξίας στο Πεδίον του Άρεως  και τότε με την περιφερειακή όραση αντιλήφθηκα κάτι μαύρο να ξεπετιέται από τη γωνία της βιβλιοθήκης. Ενστικτωδώς, έκανα μία γρήγορη κίνηση να ανεβάσω τα βρακιά μου και ταυτόχρονα προσπάθησα να τρέξω προς την εξώπορτα για να σωθώ. Αυτό το μαύρο πράγμα όμως μου είχε ήδη αρπάξει τα κατεβασμένα παντελόνια και έμεινα ακινητοποιημένος και παγωμένος απ’ τον φόβο μου περιμένοντας το τέλος μου. Δεν είχα κουράγιο, ούτε να γυρίσω να δω το πρόσωπο του δολοφόνου μου. Άκουγα μονάχα ένα γρύλισμα από πίσω χαμηλά και ένα ελαφρύ τράβηγμα, σαν ο δολοφόνος μου να με προειδοποιεί ότι αν κάνω έστω ένα βήμα μπροστά θα με κατασπαράξει.

Τα δευτερόλεπτα της αιχμαλωσίας μου, έκανα χιλιάδες σκέψεις για τη φύση του πλάσματος που ξεπετάχτηκε από τη γωνία της βιβλιοθήκης με επικρατέστερη τον Κέρβερο! Με τη λογική μου τελείως απούσα εκείνη τη στιγμή, επιπόλαια πίστεψα ότι το κατασκότεινο πλάσμα με το προειδοποιητικό γρύλισμα δε θα μπορούσε παρά να είναι ο φύλακας του κάτω κόσμου.

Η λύτρωσή μου ήρθε μόλις άκουσα το κλειδί στην εξώπορτα και είδα με ανακούφιση τη γυναίκα μου να μπαίνει.

“Πρόσεξε, ο Κέρβερος!”  την προειδοποίησα με όσο απόθεμα θάρρους μου είχε απομείνει.

“Ποιος;” μου απάντησε αδιάφορα και έβγαλε το πανωφόρι της.

“Ο Κέρβερος του κάτω κόσμου, με τα τρία κεφάλια, με έχει μαγκώσει δεν το βλέπεις; Τρέξε να σωθείς. Άσε με εμένα!” φώναξα, έχοντας γνώση ότι αν με αφήσει και φύγει, το τρικέφαλο τέρας θα με κάνει κομμάτια.

“Γιάννη μου, έχει παραγίνει το κακό με τις θεωρίες σου. Δεν σου φτάνει που τα παιδιά νομίζουν ότι είναι εξωγήινοι από τον Σείριο, τώρα θέλεις να τρελάνεις και το σκυλί;” με επέπληξε.

“Θεωρίες;” σκέφτηκα, και γύρισα δειλά να δω το αιμοβόρο πλάσμα που είχε ξεχυθεί από τη γωνία της βιβλιοθήκης και τότε αντίκρισα ένα κουτάβι!

“Τι είναι αυτό;” είπα τρομαγμένος και επιτέλους ανέβασα το παντελόνι μου.

“Ο Άλβα;” μου απάντησε η γυναίκα μου και με κοίταξε απαξιωτικά.

“Μα είναι μαύρος!” εξανέστην

“Ρε πλάκα μου κάνεις; Βέβαια είναι μαύρος. Τί νόμιζες εσύ τόσο καιρό…”  μου είπε μεταξύ άλλων η γυναίκα μου και η γκρίνια της χανόταν σταδιακά καθώς κατευθυνόταν προς την κουζίνα.

“Και ο ήχος που ακούστηκε; Τυχαίο συμβάν;” αναρωτήθηκα.

Τις επόμενες δύο μέρες δεν έκανα τίποτα. Παρακολουθούσα μόνο τις αντιδράσεις των ομοαίματων δολοπλόκων. Τα παιδιά μου και η γυναίκα μου, έπαιζαν ένα καλοσκηνοθετημένο θέατρο σε βάρος μου. “Ο σκύλος ήταν άσπρος!” σκεφτόμουν συνεχώς για να μη συνηθίσω κι εγώ τη νέα τάξη πραγμάτων.

Έπρεπε να μάθω την αλήθεια, αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να κινηθώ γρήγορα.

Ξεκίνησα από τα μηνύματα που είχαμε ανταλλάξει με τη γυναίκα μου όταν αποφασίσαμε να αγοράσουμε τον σκύλο. Τι διάολο, σίγουρα θα αναφέραμε κάπου το χρώμα του. Όμως, όπως ακριβώς το είχα φανταστεί, η συνωμοσία ήταν γιγάντια και ξεπερνούσε τα όρια του σπιτιού μου. Στα μηνύματα αναφερόταν ο σκύλος ως μαύρος!

Κάποιος λοιπόν είχε χακάρει τη βάση δεδομένων και του πάροχου της κινητής τηλεφωνίας, αλλά και το ίδιο μου το τηλέφωνο. Μετά άνοιξα τον υπολογιστή να βρω τις φωτογραφίες από την πρώτη μέρα που ήρθε το σκυλάκι στο σπίτι και πάλι τα ίδια. Με πολύ καλό φώτοσοπ οι συνωμότες είχαν αλλάξει το χρώμα του σκύλου. Κανένα από τα παιδιά μου ή τη γυναίκα μου δεν έχει τις γνώσεις να κάνει κάτι τέτοιο! Άρα είναι κάποιος ξένος ο οποίος αναγκάζει την οικογένειά μου να υποκρίνεται; Μήπως κινδυνεύει η ζωή τους, αν μου ξεράσουν την αλήθεια; Δε θα έπρεπε λοιπόν με τίποτα να διακινδυνέψω μία ερώτηση. Έπρεπε μόνος μου να λύσω τον γρίφο.

Στρώθηκα και έγραψα στο blog μου τα γεγονότα καμουφλαρισμένα ώστε να μη δώσω αμέσως στόχο. Αυτή η κίνησή μου είχε διπλό σκοπό. Αρχικά εξέπεμπα SOS προς πάσα κατεύθυνση ώστε αν κάποιος αντιλαμβανόταν την κατάστασή μου, με κάποιο τρόπο να με βοηθούσε. Η πικρή αλήθεια ήταν ότι δεν έδινα πολλές ελπίδες σ΄ αυτό το σενάριο, γιατί τα πονήματά μου στο διαδίκτυο τα διάβαζαν εξακριβωμένα δεκατρία άτομα, συμπεριλαμβανομένης και της γυναίκας μου, άρα μάλλον δώδεκα. Το δεύτερο σενάριο στόχευε απευθείας τους συνωμότες. Ήταν βέβαιο ότι θα καταλάβαιναν από τις αρλούμπες που έγραφα ότι προσπαθώ να διαδώσω στοιχεία από το συμβάν με τον σκύλο στο διαδίκτυο, άρα πολύ σύντομα θα έκαναν την εμφάνισή τους.

Πόσταρα την ιστορία μου και περίμενα τις εξελίξεις μπροστά στον υπολογιστή, με τη γνωστή παρέα. Τσιγαράκια, καφεδάκι και την οθόνη μου. Στο παρεάκι είχε προστεθεί και ο Άλβα (ο μαύρος), ο οποίος καθόταν ήσυχα δίπλα μου και πιθανόν κι αυτός κάτι να περίμενε, αλλά δυστυχώς δεν ήμουν σε θέση να ξέρω τί ακριβώς.

Ο Άλβα ήταν πολύ συμπαθητικό σκυλάκι, που είχα αρχίσει να το συμπαθώ. Αν και η πρώτη μου επιλογή δεν ήταν ένα μαύρο σκυλί, ο τυπάκος αυτός έμπαινε με άνεση στην καρδιά σου, καθώς η εξυπνάδα του ήταν πρωτοφανής για τα σκυλίσια δεδομένα. Αντιλαμβανόταν σαν έμπειρος ψυχολόγος τις ανεπαίσθητες μεταβολές της συμπεριφοράς όλων των μελών της οικογένειας και αντιδρούσε ανάλογα.

Μία μέρα μπήκα από το σούπερ μάρκετ φορτωμένος με σακούλες και κανένας στο σπίτι δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να με ελαφρύνει λίγο. Ο σκύλος, αντιλαμβανόμενος ότι σε ελάχιστο χρόνο θα άρχιζα τις χριστοπαναγίες, πήγε στην κουζίνα και έφερε το καροτσάκι της λαϊκής και έτσι γλιτώσαμε το οικογενειακό επεισόδιο. Μια άλλη φορά τον πέτυχα με το λάστιχο να ποτίζει τις τριανταφυλλιές, αφού είχαν προηγηθεί ομηρικοί καβγάδες μεταξύ της γυναίκας μου και των παιδιών μου για το ποιος θα ποτίσει τα ημιθανή άνθη. Το καλύτερό του όμως τρίκ, ήταν που καταλάβαινε ποιανού κινητό χτύπαγε κάθε φορά και το πήγαινε στον ιδιοκτήτη του. Από τη μέρα που ο Άλβα είχε μάθει αυτό το κόλπο, δεν είχαμε χάσει ούτε μία κλήση. Σαν προγραμματισμένος μας έφερνε το τηλέφωνο, ακόμα και στο ντους.

“Πως δεν το είχα σκεφτεί τόσο καιρό!”, φώναξα δυνατά και πετάχτηκα από την καρέκλα μου.

Έτρεξα προς την κουζίνα και άνοιξα το συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα.

“Τι κάνεις Γιάννη;” με ρώτησε η γυναίκα μου με ανησυχία.

“Μην ανησυχείς αγάπη μου, έλυσα το μυστήριο! Δεν χρειάζεται να υποκρίνεστε πια, θα μας σώσω!” της απάντησα και με γοργό, αλλά αποφασιστικό βήμα κατευθύνθηκα προς το γραφείο μου.

“Είστε η γυναίκα του;” ρώτησε ο αξιωματικός υπηρεσίας την κατατρομαγμένη γυναίκα.

“Είμαι; Ποιανού γυναίκα; Ναι..οχι…” προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να καπνίσει ένα τσιγάρο με το τρεμάμενο χέρι της.

“Θα μας πείτε με ηρεμία τι ακριβώς έγινε εκεί;” συνέχισε ευγενικά ο αστυνομικός.

“Τα παιδιά μου;” σηκώθηκε ξαφνικά και κοίταξε προς την πόρτα.

“Μην ανησυχείτε κυρία μου! Είναι μία χαρά τα παιδιά σας. Κάντε με ηρεμία το τσιγαράκι σας και συγκεντρωθείτε στα γεγονότα. Πείτε μου λοιπόν, τί έγινε σήμερα το μεσημέρι σπίτι σας.”

-Δεν μπορώ να καταλάβω! Ξαφνικά τον άκουσα να φωνάζει και να μπαίνει κατακόκκινος στην κουζίνα. Έλεγε ακατάληπτα λόγια και άρπαξε ένα μαχαίρι βουτύρου από το συρτάρι και έτρεξε προς το σαλόνι.

-Και μετά;

-Μετά άκουσα κραυγές. Μπερδεμένες κραυγές

-Τι εννοείτε όταν λέτε “μπερδεμένες κραυγές”;

-Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιες ήταν του σκύλου και ποιες του…

-Του συζύγου σας;

-Ναι αυτού… Ήταν τόσο τρομακτικό όλο αυτό. Έτρεξα στο σαλόνι και είδα τον άντρα να μαχαιρώνει το σκυλί με…

-Με το μαχαίρι του βουτύρου, για το Θεό;

“Ναι, ναι, πόσο θα υπέφερε το δόλιο το ζωντανό!” είπε η γυναίκα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

“Ηρεμήστε λίγο κυρία μου και συνεχίστε όταν θα είστε σε θέση” της είπε ο αστυνομικός και της έδωσε ένα ποτήρι νερό. Μετά από λίγο η γυναίκα συνήλθε και έκανε νόημα να συνεχίσουν.

-Ο σύζυγός σας, έλεγε κάτι εκείνη την ώρα;

-Ναι φώναζε, ” Που είναι το τσιπ κωλόσκυλο;” και έκοβε με μένος κομμάτια από το σκυλάκι και τα πέταγε σα να ήταν σκουπίδια.

-Το τσιπ; Εννοείτε ότι έψαχνε να βρει κάποιο κρυμμένο τσιπ μέσα στο σκυλί;

-Απ΄ότι κατάλαβα, ναι.

-Σας είχε πει παλιότερα ότι υποψιάζεται ότι ο σκύλος έχει εμφυτευμένο κάτι τέτοιο στο σώμα του;

-Όχι, αλλά γενικά δεν ήταν καλά τον τελευταίο καιρό. Να φανταστείτε ότι πριν από μερικούς μήνες νόμιζε ότι το σκυλί ήταν άσπρο.

-Δηλαδή δεν αναγνώριζε το χρώμα του σκύλου σας; Παρεμπιπτόντως, τι χρώμα ήταν;

-Ξεκάθαρα μαύρος, και πολύ όμορφος.

-Και αυτός νόμιζε ότι ήταν λευκός; Μα πώς;

-Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω.

-Έχετε δίκιο! Συνεχίστε μου αν θέλετε. Τι έγινε μετά;

-Αφού είχε κατακρεουργήσει τον σκύλο και δεν είχε βρει τίποτα, έτσι όπως ήταν γεμάτος αίματα, κατευθύνθηκε κατά πάνω μου.

-Απειλητικά;

-Δεν μπορούσα να καταλάβω. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο αμυχές και το αριστερό του χέρι κρεμόταν από μία ίνα στον αγκώνα. Έκανα ένα βήμα πίσω και αυτός με γράπωσε και με πέταξε κάτω. Μετά άρχισε να φωνάζει πάλι.

-Τι φώναζε;

-Με κοίταζε στα μάτια και έλεγε ” Ξέρεις εσύ!”

-Φαντάζομαι ότι δεν καταλαβαίνατε τι εννοούσε;

-Όχι δεν καταλάβαινα τι θα έπρεπε να ξέρω κύριε αστυνόμε. Να συνεχίσω;

-Ναι παρακαλώ!

-Μετά με καβάλησε και εκείνη τη στιγμή του έπεσε το χέρι! Ξέρετε εκείνο που κρεμόταν!

-Ναι ξέρω, για το Θεό, συνεχίστε!

-Μου προέταξε το μαχαίρι και με απείλησε!

-Τι σας είπε δηλαδή;

-Το θυμάμαι, και δε θα το ξεχάσω ποτέ αυτό. Πήρε μία βαθιά ανάσα και χαμογελώντας μου είπε “Μήπως θα αλλάξεις κι εσύ χρώμα τώρα;”

-Και;

-Και εκεί τον έσπρωξα και χτύπησε στη γωνία της βιβλιοθήκης!

-Μάλιστα! Μήπως έχετε να προσθέσετε κάτι άλλο κυρία μου;

-Ναι, έχω κάτι τελευταίο να πω.

-Σας ακούω.

-Είναι όμως ειρωνεία αυτό που έγινε.

-Πως ακριβώς το εννοείτε;

-Από τη μέρα που τού σάλεψε για το χρώμα του σκύλου, όλο έλεγε για την “παράλληλη γωνία της πραγματικότητας”

-Δεν σας αντιλαμβάνομαι κυρία μου. Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο σαφής;

-Αυτή η γωνία…ξέρετε που τον έριξα…στη βιβλιοθήκη.

-Τι εννοείτε;

-Αυτή ονόμαζε “παράλληλη γωνία της πραγματικότητας”.

Ο αστυνόμος την κοίταξε με απορία και αφού χάθηκε λίγο στις σκέψεις του, διέταξε να την οδηγήσουν στο κελί της.

“Πριν φύγετε να ρωτήσω κάτι τελευταίο, έτσι για τον φάκελο της υπόθεσης;” ρώτησε ο αστυνομικός

“Φυσικά να ρωτήσετε!” απάντησε πρόθυμα η δολοφόνος

-Το σκυλί, πως το φωνάζατε;

-Το φωνάζαμε “Άλβα”.

-“Άλβα;” Τι περίεργο όνομα είναι αυτό; Σημαίνει κάτι;

-Φυσικά! “Άλβα” είναι το εξελληνισμένο alba, που σημαίνει λευκός στα λατινικά.

About the author

Yiannis Archimandritis

Add comment

  • Το σκυλάκι είναι άσπρο, τα παιδάκια κοιμούνται ήρεμα στα κρεβάτια τους, η γυναίκα μαγειρεύει λαχανοντολμάδες και ο συγγραφέας κάνει μπάνιο.

SUBSCRIBE

Loading

CONTACT